Ο Φαντασιόπληκτος περιγράφει μια συγκλονιστική ανθρώπινη ιστορία που διαδραματίζεται μέσα σε ένα απόκοσμο στρατόπεδο σκέψης.
Ο Φαντασιόπληκτος ντύνεται δαιμόνιος επιθεωρητής και μεταβαίνει με αερόστατο στη μακρινή Ουτοπία, προκειμένου να εξιχνιάσει το μυστήριο της εξαφάνισης του ξακουστού μάνατζερ Τζόρντι. Στις νέες του περιπέτειες θα συναντήσει Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες και τον Θυμωμένο Ποσειδώνα.
Η εντολή για «Βία ή Προπαγάνδα» μόλις έχει δοθεί και οι κρατικοί αξιωματούχοι με τη βοήθεια των παρατρεχάμενων του συστήματος άρχισαν να μαζεύουν όλους τους δύσπιστους πολίτες σε στρατόπεδα σκέψης, ανάμεσά τους κι έναν φιλήσυχο πατέρα με το μικρό του γιο. Ο πατέρας αποχωρίζεται βίαια από την αγαπημένη του γυναίκα και επιβιβάζεται με το γιο του σε ένα τρένο με προορισμό ένα στρατόπεδο σκέψης. Ο πατέρας είναι χαρισματικός και αστείος και τον χαρακτηρίζει μια παιδική αθωότητα. Αδιαφορώντας για τη δυστοπική ατμόσφαιρα που τον περιβάλλει, θα επιστρατεύσει όλη του τη φαντασία για να σώσει τον μονάκριβο γιο του από την φρίκη της κρατικής προπαγάνδας.
Μέσα στο στρατόπεδο, κρύβει το γιο του από τους φύλακες, του δίνει κρυφά φαγητό και προσπαθεί να τον κάνει να μην καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει. Έτσι, τον πείθει ότι όλα αυτά είναι απλά ένα παιχνίδι για μικρούς: ο κάθε παίκτης διαλέγει ψηλούς ανθρώπους, που παίζουν έξω στην αυλή ένα παιχνίδι με στρογγυλή μπάλα και υψωμένα καλάθια που λέγεται «καλαθοσφαίριση». Αν οι παίκτες του έχουν καλή απόδοση στο παιχνίδι, τότε θα μαζέψει αρκετούς πόντους και θα κερδίσει ένα τανκ. Αν όμως κλάψει, παραπονεθεί, ζητήσει τη μαμά του ή πει ότι πεινάει θα χάσει πόντους και θα κερδίσει κάποιο άλλο παιδί το τανκ. Τον πείθει επίσης ότι οι φύλακες του στρατοπέδου είναι κακοί γιατί θέλουν κι αυτοί να κερδίσουν το τανκ και έτσι όλα τα παιδιά πρέπει να κρύβονται για να κερδίσουν το παιχνίδι.
Ο μικρός δείχνει να απολαμβάνει στην αρχή το παιχνίδι. Όταν όλοι πέφτουν για ύπνο το βράδυ, επισκέπτεται κρυφά τον θάλαμο για να βρει αυτούς που τα πόδια τους εξέχουν περισσότερο από την άκρη του κρεβατιού. Θα φτάσει όμως μια μέρα που δεν θέλει να παίξει άλλο και ζητά να επιστρέψει σπίτι. Τότε ο πατέρας του λέει ότι είναι λίγους πόντους πριν τη νίκη και είναι κρίμα να τα παρατήσει. Παρά το γεγονός ότι είναι περιτριγυρισμένος από κακούς φύλακες, ο μικρός δεν αμφιβάλλει καθόλου για τα λεγόμενα του πατέρα του, χάρη στην πειστική του ερμηνεία. Η ιστορία κρατάει μέχρι το τέλος, όταν μέσα στο χάος που προκαλεί η αυξανόμενη κρατική προπαγάνδα, λέει στο γιο του να μείνει μέσα σε ένα κουτί μέχρι να φύγουν όλοι, πείθοντάς τον ότι αυτό είναι το τελευταίο μέρος του παιχνιδιού. Ο πατέρας συλλαμβάνεται και περνάει από τον θάλαμο πλύσης εγκεφάλου, αλλά όχι πριν κάνει τον γιο του να γελάσει για μια τελευταία φορά.
Ο μικρός καταφέρνει να φύγει αλώβητος από το στρατόπεδο και νομίζει ότι νίκησε το παιχνίδι όταν ένα τανκ εμφανίζεται ακριβώς μπροστά του για να απελευθερώσει τους κρατούμενους. Έξω τον περιμένει η μητέρα του και της λέει ότι κέρδισε το παιχνίδι. Χρόνια αργότερα, συνειδητοποιεί τη θυσία του πατέρα του, που του έσωσε τη ζωή.