Ένας θεϊκός Άγγελος φτάνει στην Ουτοπία και αποκαλύπτει τους Φύλακες, τους Προωθητές και τους Κεντρικούς που θα θριαμβεύσουν στις γιορτινές μέρες.
Ο Φαντασιόπληκτος ντύνεται δαιμόνιος επιθεωρητής και μεταβαίνει με αερόστατο στη μακρινή Ουτοπία, προκειμένου να εξιχνιάσει το μυστήριο της εξαφάνισης του ξακουστού μάνατζερ Τζόρντι. Στις νέες του περιπέτειες θα συναντήσει Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες και τον Θυμωμένο Ποσειδώνα.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς, ο Άγγελος του Μέλλοντος κατέβηκε από τα Βασίλεια του Ουρανού φέρνοντας δώρα στους κατοίκους της Ουτοπίας. Τα δώρα του ήταν οι Φύλακες, οι Προωθητές και οι Κεντρικοί που θα αγωνίζονταν με δύναμη ψυχής, θεϊκή γαλήνη και άσβεστο πάθος μέσα στα γήπεδα τις γιορτινές αυτές μέρες. Αυτά τα δώρα ήθελε να χαρίσει σε όλους όσους θα τα δέχονταν πρόθυμα, σε όλους όσους τον προσδοκούσαν με λαχτάρα, σαν να περίμεναν με βεβαιότητα τον ερχομό του. Λένε πως το παλιό καιρό, τον Άγγελο του Μέλλοντος έβλεπαν όσοι ήταν καθαροί, τώρα τον βλέπουν μόνο οι ελαφροΐσκιωτοι και οι φαντασιόπληκτοι.
Με την άυλη ύπαρξή του κινήθηκε γρήγορα πάνω από την Ουτοπία. Διάλεξε ένα πλούσιο αρχοντικό, για να κάνει την πρώτη του επίσκεψη. Όλα ήταν τέλεια, η αρχιτεκτονική της έπαυλης περίτεχνη κι ο κήπος γεμάτος δέντρα σκιερά, πολύχρωμα λουλούδια και κελαρυστές πηγές. Στο εσωτερικό του ήταν όλα στην εντέλεια και το καθιστικό στραφτοκπουσε από την πολυτέλεια. Οι καλεσμένοι όμως ήταν όλοι βλοσυροί, αδιάφοροι κι ανέλπιδοι. Ζούσαν μια ανιαρή ζωή, κλεισμένοι ερμητικά στον εαυτό τους και τις ψεύτικες ανάγκες τους. Πήρε λοιπόν τα ουράνια δώρα του κι έφυγε βιαστικός κι απορημένος: «Μα, γιατί δεν είναι ευτυχισμένοι αυτοί οι άνθρωποι, αφού τα έχουν όλα; Γιατί είναι τόσο θλιμμένοι;».
Ύστερα βρήκε ένα παλιό ερημόσπιτο μέσα στους αγρούς. Το εξωτερικό της καλύβας ήταν ερειπωμένο και βρώμικο, αλλά και το εσωτερικό ήταν ακατάστατο και παγερό. Ο Άγγελος αγνόησε την ασχήμια των πραγμάτων κι αναζήτησε την ομορφιά στους ανθρώπους μέσα στην καλύβα. Δυστυχώς δεν την βρήκε. Η γυναίκα προσπαθούσε μάταια να αποκοιμίσει τα τρία νηστικά παιδιά της και πέταξε στη φωτιά τα τελευταία ξυλαράκια που είχαν απομείνει δίπλα στο τζάκι. Τα μεσάνυχτα, ο άντρας γύρισε από το καπηλειό μεθυσμένος και άρχισε να ξεστομίζει χυδαίες βρισιές στη γυναίκα που του απαντούσε με νευρική, διαπεραστική φωνή. Κι ύστερα όλοι πλάγιασαν να κοιμηθούν χωρίς αγκαλιές και με βοερά ροχαλητά. Ο Άγγελος λυπήθηκε πολύ. Ήθελε να αγκαλιάσει εκείνα τα μικρά παιδάκια και να τα προστατέψει από τους γονείς τους. Μα δεν μπορούσε, δεν είχε αυτό το δικαίωμα. Έφυγε κι από εκεί πικραμένος.
Από μακριά είδε ένα πολύ μεγάλο κτίριο φωταγωγημένο. Κινήθηκε γρήγορα προς τα εκεί. Από τα ανοιχτά παράθυρα παρατηρούσε τι γινόταν στο εσωτερικό. Παντού υπήρχαν μεγάλα τραπέζια στρωμένα με πράσινα τραπεζομάντιλα. Γύρω-γύρω παρέες ανθρώπων έπαιζαν χαρτιά, μετρούσαν μάρκες και λεφτά. Ήταν ολότελα αφοσιωμένοι σ' αυτό που έκαναν. Ήταν όλοι συνοφρυωμένοι και χλωμοί. Πού και πού κάποιος φαινόταν πολύ ικανοποιημένος, αλλά σε λίγο πάλι μια γκριμάτσα απογοήτευσης και θυμού σκίαζε το πρόσωπό του. Σίγουρα κανένας δεν θα του έδινε σημασία μέσα εκεί, ακόμα κι αν έπαιρνε ανθρώπινη υπόσταση και φανερωνόταν μπροστά τους. Αυτοί δεν νοιάζονταν για τίποτα πέρα από τη ρημάδα την τύχη τους. Ο Άγγελος κάλυψε τα μάτια του με τις φτερούγες του, για να μη βλέπει και προσπέρασε.
Πέρασε κι έξω από την αγορά. Όχι ότι περίμενε σπουδαία πράγματα, αλλά ήθελε να δει κι εκεί τους ανθρώπους που συνωστίζονταν από νωρίς. Άλλοι ήταν ενθουσιασμένοι με τις αγορές τους και φορτωμένοι πακέτα ονειρεύονταν τι εντύπωση θα έκαναν με τα καινούρια τους ρούχα κι αξεσουάρ. Κρατούσαν αρκετά πακέτα, αλλά ήθελαν κι άλλα, κι άλλα. Άλλοι μετρούσαν τα λεφτά που δεν τους έφθαναν να αγοράσουν όλα όσα ήθελαν και ήταν σκασμένοι. Κι οι έμποροι μετρούσαν συνέχεια τα λεφτά στο ταμείο και τους ενθουσίαζε ο κρότος των κερμάτων που έπεφταν από την ανοιγμένη στο πάνω μέρος τρύπα. Τίποτα δεν θύμιζε το κλίμα κατάνυξης των εορτών, κι ας ήταν όλα τα μαγαζιά διακοσμημένα με φάτνες κι αγγελούδια κι αστέρια. Έφυγε κι από εκεί ο Άγγελος.
Κόντευε να τελειώσει η Παραμονή. Νύχτωσε. Τα μαγαζιά έκλεισαν κι όλοι μαζεύτηκαν στα σπίτια τους. Ο Άγγελος είχε απογοητευτεί, αλλά δεν σταμάτησε το ψάξιμο. Πριν μπει η Πρωτοχρονιά έπρεπε να δώσει τα δώρα του. Δεν μπορεί, ανάμεσα σε τόσο κόσμο κάποιος θα τον περίμενε ...Και ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του ένα σπίτι κατάφωτο, με όλα τα παραθυρόφυλλα ανοιχτά, με αστραφτερά τα τζάμια, με την πόρτα να ανοιγοκλείνει συχνά, με δύο φανάρια κρεμασμένα στο χαγιάτι, με σκιές που διάβαιναν ελαφρά, με χαρούμενες φωνές και φασαρία. Όλοι εκεί μέσα μιλούσαν για Φύλακες, Προωθητές και Κεντρικούς ...Όλοι μιλούσαν για ένα μεγάλο ντέρμπι! Τί τρέχει; Τί συμβαίνει; Ο Άγγελος άρχισε να ενθουσιάζεται. Επιτέλους, κάποιος φαινόταν να τον περιμένει. Επιτέλους, κάποιος θα πάρει τα δώρα του.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, πέρασε το κατώφλι και μπήκε μέσα στο φιλόξενο και φωτεινό σπιτάκι των Μπασκετικών Ιστοριών. Οι ένοικοί του αληθινοί, με το βλέμμα τους καθάριο και την σπίθα μέσα τους να σιγοκαίει ζωντανή. Η σπίθα αυτή, η φωτιά του πελάγους είναι η φαντασιακή ψυχή που έλιωσε, σβήστηκε μέσα στην ανακατωσούρα των γιορτών. Και κανείς δεν την βλέπει πια, παρά μόνο όσοι ήταν καθαροί τον παλιό καιρό και οι ελαφροΐσκιωτοι και φαντασιόπληκτοι στις γιορτινές αυτές μέρες!