Στο κλίμα των ημερών, ο Φαντασιόπληκτος φτιάχνει οκτώ μικρές χριστουγεννιάτικες ιστορίες με πρωταγωνιστές τους ήρωές του στο fantasy.
Ο Φαντασιόπληκτος είναι ένας φαντασιακός παίκτης που γνωρίζει τόσο καλά τις ομάδες, τα ρόστερ, τις αδυναμίες και τις δυνατότητες των παικτών, ώστε να είναι σε θέση να προβλέπει τι ακριβώς θα συμβεί στα παιχνίδια της Euroleague πριν ακόμα ξεκινήσουν. Λόγω αυτή της υπερδύναμης που διαθέτει, οι «προβλέψεις» του είναι ουσιαστικά ανασκοπήσεις της αγωνιστικής που θα ακολουθήσει.
Η πορτοκαλί μπάλα
Μια φορά κι έναν καιρό στην πόλη Ποντγκόριτσα του Μαυροβουνίου ζούσε ο μικρός Νικόλας ο οποίος είχε τρέλα με το ποδόσφαιρο. Κάθε απόγευμα, μαζεύονταν με τους φίλους του σε μια χωμάτινη αλάνα στη γειτονιά και έπαιζαν μπάλα μέχρι να πέσει η νύχτα. Ματωμένα γόνατα, φωνές, τσακωμοί, φανέλες να στάζουν από ιδρώτα μέχρι να βγουν οι μανάδες τους στο μπαλκόνι και να τους φωνάξουν να μαζευτούν σπίτι. Με τα χρόνια να περνούν, ο μικρός Νικόλας μεγάλωσε και συνεχώς ψήλωνε. Όταν έγινε 13 χρονών τον επισκέφτηκε ο παππούς του και του έκανε δώρο για τα Χριστούγεννα μία πορτοκαλί μπάλα λέγοντας: «Νικόλα, είσαι πολύ ψηλός για να παίζεις ποδόσφαιρο και θα ψηλώσεις κι άλλο. Πρέπει να προσπαθήσεις να παίξεις μπάσκετ, απλά δοκίμασε». Αν και δεν του άρεσε το μπάσκετ, ο Νικόλας άκουσε τελικά τα λόγια του παππού του και άρχισε να μαθαίνει τα μυστικά της πορτοκαλί μπάλας. Η συνέχεια είναι γνωστή με τον Νικόλα να κατακτάει τη κορυφή ως ο πολυτιμότερος παίκτης της φετινής Euroleague.
Ένας ατίθασος νέος
Μια φορά κι έναν καιρό στη Πολιτεία Όρεγκον των ΗΠΑ ζούσε ένας ατίθασος νέος, ο Mike, ο οποίος ονειρευόταν μια μέρα να κατακτήσει τον μαγικό κόσμο του NBA. Ήταν απίστευτα γρήγορος και πολύ ικανός χειριστής και σουτέρ. Είχε όμως ιδιόρρυθμο χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να τσακώνεται με όλους στο γήπεδο γιατί ήθελε πάντα να κερδίζει. Όσο περνούσαν τα χρόνια, βελτίωνε συνεχώς την τεχνική του, το σώμα του και τη φυσική του κατάσταση, μέχρι που έφτασε η ώρα που το όνειρο του Mike θα γινόταν πραγματικότητα: οι Ήλιοι του Φοίνιξ του προσέφεραν την πολυπόθητη θέση στον μαγικό κόσμο του NBA. Οι πρώτες του εμφανίσεις ήταν εντυπωσιακές αλλά ο χαρακτήρας του γρήγορα τον οδήγησε σε προβλήματα με την ομάδα και τη πόρτα της εξόδου. Οι Πελεκάνοι της Νέας Ορλεάνης του έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά ο Μιχαλάκης δεν τα κατάφερε. Δεν το έβαλε όμως κάτω: επέστρεψε στην Ευρώπη και υποσχέθηκε στον εαυτό του να γίνει ο καλύτερος guard της Euroleague. Και για μία ακόμα φορά τα κατάφερε!
Ο αγαθός γίγαντας
Μια φορά κι έναν καιρό στο μακρινό Πράσινο Ακρωτήρι ζούσε ο αγαθός γίγαντας Edy, ο οποίος είχε εγκαταλείψει το σχολείο για να βοηθάει τη μητέρα του στο φτωχικό παντοπωλείο που διατηρούσε στη νήσο Μάιο. O Edy ξεχώριζε από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του λόγω του υπερφυσικού του ύψους αλλά και του ευγενικού του χαρακτήρα. Στην εφηβεία του, περνούσε πολλές ώρες κάτω από τους φοίνικες στη παραλία που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του παππού του. Εκεί μια μέρα τον είδε ένας Γερμανός ιδιοκτήτης beach bar, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τα φοβερά φυσικά του προσόντα. Αμέσως τον ρώτησε αν ενδιαφερόταν να γίνει μπασκετμπολίστας αλλά ο Edy απάντησε ότι δεν είχε παίξει ποτέ μπάσκετ στη ζωή του (ήταν τότε 17 χρονών!) γιατί το νησί δεν διέθετε καν γήπεδο με μπασκέτες. Ο Γερμανός τότε πήρε αμέσως τηλέφωνό έναν φίλο του που δούλευε στην ακαδημία της Γκραν Κανάρια και τον έπεισε να στείλει σκάουτερ από την ομάδα για να δοκιμάσουν τον αγαθό γίγαντα. 10 χρόνια μετά, ο Edy είναι ο καλύτερος σέντερ της Euroleague και έχει υπογράψει ένα χρυσοφόρο συμβόλαιο με τη Ρεάλ Μαδρίτης.
Ρωσική κούκλα
Μια φορά κι έναν καιρό στο παγωμένο Μπέλγκοροντ της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ζούσε ο χαρισματικός Alexey. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια με πολλές στερήσεις, ενώ μετά τη κατάρρευση του κομμουνιστικού συστήματος και την επαναφορά του θεσμού της ιδιοκτησίας άρχισε να ονειρεύεται μια πολυτελή ζωή με μεγάλα σπίτια, γρήγορα αυτοκίνητα και ρούχα οίκων μόδας. Επένδυσε λοιπόν στο μπάσκετ και έχοντας μεγάλη εμπιστοσύνη στις δυνατότητές του τα κατάφερε: αναδείχθηκε από τους κορυφαίους Ρώσους μπασκετμπολίστες της γενιάς του και ό,τι άγγιζε πλέον γινόταν χρυσός! Ήταν η ρωσική κούκλα του μπάσκετ: εμφανιζόταν με το περίβλημα του φοβερού και τρομερού σκόρερ αλλά από μέσα του ήταν και δεινός πασέρ, ικανός ριμπάουντερ και καλός «κλέφτης». Πλέον ζει στα περίχωρα της Μόσχας με τη πανέμορφη γυναίκα του και τις δυο του κόρες τη ζωή που πάντα ονειρευόταν.
Το λυχνάρι του Αλαντίν
Μια φορά κι έναν καιρό, κοντά στο θρυλικό Καλέ, που αποτελεί διαχρονικά το πιο κοντινό ξένο έδαφος στη νησιωτική Αγγλία, ζούσε ο μικρός Nando με τους γονείς του, οι οποίοι ήταν και οι δύο επαγγελματίες αθλητές μπάσκετ. Μυημένος από πολύ μικρός στο άθλημα, ο Nando έκανε τη πρώτη του ντρίμπλα στα δύο του χρόνια, ενώ στα πέντε του γράφτηκε στην πρώτη του ομάδα μπάσκετ. Όλοι τον φώναζαν Αλαντίν γιατί ήταν πανέξυπνος, οι κινήσεις του στο γήπεδο ήταν μαγικές και το παρουσιαστικό του θύμιζε έντονα το τζίνι του Αλαντίν, καθώς είχαν το ίδιο σχήμα γενειάδας. Το λυχνάρι του Nando ήταν το μπάσκετ και οι τρεις ευχές που ζήτησε από το τζίνι ήταν οι εξής: να συνεχίσει τη μπασκετική παράδοση της οικογένειας, να πάρει τίτλους με τις ομάδες που αγωνιζόταν και να αναδειχθεί στους κορυφαίους παίκτες της διοργάνωσης. Οι ευχές του έγιναν πραγματικότητα μετά το μαγικό πενταετές πέρασμά του από τη ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Στο τέλος έζησε αυτός καλά με την Ισπανίδα γυναίκα και τις δυο του κόρες, κι εμείς καλύτερα.
Το φάρμακο κατά του φόβου
Μια φορά κι έναν καιρό στο μακρινό Σινσινάτι του Οχάιο ζούσε ο υπερκινητικός Shane, ο οποίος από μικρός έπασχε από διάφορες φοβίες που δεν τον άφηναν να χαρεί το παιχνίδι με τα υπόλοιπα παιδιά. Η μοναδική διαφυγή του μικρού Shane ήταν το μπάσκετ, αφού κάθε φορά που έπιανε τη μπάλα στα χέρια του ξεχνούσε ως δια μαγείας τις ανησυχίες και τους φόβους του. Ο Shane μεγάλωσε και έγινε ένας εξαιρετικός καλαθοσφαιριστής, αλλά οι φοβίες του παρέμεναν, με αποτέλεσμα να χρειαστεί φαρμακευτική αγωγή για να τις καταπολεμήσει. Τα φάρμακα βοήθησαν τη ψυχολογία του αλλά τον επηρέαζαν αρνητικά κάθε φορά που έπαιζε μπάσκετ: έχανε την έκρηξή του, γινόταν πιο αργός στο παιχνίδι του και η συγκέντρωσή του μειωνόταν. Πήρε λοιπόν τη μεγαλύτερη απόφαση της ζωής του: θα έκοβε τα φάρμακα και θα αφιερωνόταν με όλη του την ενέργεια στο μόνο φάρμακο που θα μπορούσε να θεραπεύσει την ασθένειά του: στο μπάσκετ. Και τα κατάφερε!
Ο καλός πατέρας
Μια φορά κι έναν καιρό στο Σιάτλ των ΗΠΑ ζούσε ο μικρός Luke, γιος του hall-of-famer Jack Sikma, ο οποίος καθιέρωσε στο ΝΒΑ το jumper σουτ με τα χέρια πίσω από το κεφάλι μετά από reverse pivot. Ο Luke ήταν κοντούλης και χοντρούλης και όλα έδειχναν ότι δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει τα ένδοξα χνάρια του πατέρα του στο μπάσκετ. Άλλωστε του άρεσε περισσότερο το αμερικανικό ποδόσφαιρο, στο οποίο και αγωνιζόταν με καλές επιδόσεις. Όλα αυτά βέβαια άλλαξαν όταν στα 14 χρόνια του ο Luke ψήλωσε απότομα κατά 20 πόντους και ξεπέρασε τα 2 μέτρα. Αποφάσισε τότε να ασχοληθεί επαγγελματικά με το μπάσκετ και να αντιγράψει το παιχνίδι του πατέρα του, το λεγόμενο "Sikma prototype": center με καλό μακρινό σουτ, δύναμη, ικανότητα στο rebound και διορατικότητα στη πάσα. Και όχι μόνο το αντέγραψε με επιτυχία, αλλά το μετέφερε και στην Ευρώπη κρατώντας ζωντανή τη μπασκετική κληρονομιά του πατέρα του.
Ο θρυλικός νονός
Μια φορά κι έναν καιρό στο Ντάνβιλ της Καλιφόρνια ζούσε ο μικρός Cory, γιος του παλαίμαχου μπασκετμπολίστα και προέδρου των Αγριομελισσών του Σάρλοτ Rod Higgins. Από μικρός έπαιζε μπέιζμπολ και ποδόσφαιρο και διάβαζε πολλά βιβλία, ενώ το όνειρό του ήταν να σπουδάσει κοινωνιολογία. Είχε όμως κάτι που τον έκανε ξεχωριστό: νονός του ήταν ο καλύτερος παίκτης μπάσκετ όλων των εποχών, ο θρυλικός Michael Jordan. Όσο κι αν δεν το έβλεπε, το μπάσκετ κυλούσε στις φλέβες του, ήταν το πεπρωμένο του. Ο μικρός Cory μεγάλωσε, έφτασε στο ύψος τον πατέρα του και ήρθε η ώρα να ασχοληθεί επαγγελματικά με το μπάσκετ. Έκανε τα πρώτα του βήματα στις Αγριόγατες του Σάρλοτ, ομάδα με ιδιοκτήτη τον νονό του και μάνατζερ τον πατέρα του. Ο Cory όμως θέλησε να ανοίξει μόνος του τα φτερά του και όχι στο προστατευμένο περιβάλλον του Σάρλοτ. Ταξίδεψε λοιπόν στην Ευρώπη και μετά από σύντομες θητείες σε Αγία Πετρούπολη και Γκαζιαντέπ, καθιερώθηκε σαν ελίτ παίκτης σε ελίτ ομάδες όπως η ΤΣΣΚΑ Μόσχας και η Μπαρτσελόνα. Ο πατέρας του και ο νονός του έχουν κάθε λόγο από την άλλη άκρη του Ατλαντικού να είναι περήφανοι για τη πορεία του Cory.