We feel devotion
DataCenter
OUT OF THE BOX
Zelijko Obradovic: The boss
Ούτε ο ίδιος ο Νίκολιτς κατανόησε την συμπαντική αλλαγή που θα προκαλούσε στο μπάσκετ της Ευρώπης εκείνο το καλοκαίρι του 91. Παθιασμένος και ιδιοφυής, ο Ομπράντοβιτς αποτελεί την πάγια σταθερά του ευρωπαϊκού μπάσκετ επί τρεις δεκαετίες.
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Λαμπρόπουλος | lampropoulos@basketstories.net
Δημοσιεύτηκε: 03/06/2022 10:17
Η προέλαση της Γ' Στρατιάς των Συμμαχικών Δυνάμεων σε Γαλλία, Βαυαρία και Αυστρία ήταν καίρια και ανέλπιστη για την έκβαση του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Όταν όλα τελείωσαν ο Τζορτζ Πάτον που αγνόησε σε αρκετές περιπτώσεις τις άνωθεν διαταγές, αιτιολόγησε τις αποφάσεις του με μια φράση που αποτέλεσε σημείο συζήτησης τις επόμενες δεκαετίες περί ηγεσίας "ένα σχέδιο πρέπει να εκτελείται άμεσα ακόμα και αν είναι ριψοκίνδυνο αφού και το τέλειο σχέδιο αν καθυστερήσει, εν τέλει θα αποτύχει". Μάλλον αυτό θα είχε κατά νου ο Κιτσάνοβιτς το καλοκαίρι του '91 όταν έδωσε το τελεσίγραφο στον παίκτη Ομπράντοβιτς να γίνει ο νέος προπονητής της Παρτιζάν στερώντας του τη δυνατότητα να εκπροσωπήσει την εθνική στο Ευρωμπάσκετ και μάλιστα ως αρχηγός.



Η κατάσταση ήταν αρκετά δύσκολη για την ομάδα αφού μόνο οι Ντανίλοβιτς και Τζόρτζεβιτς ξεχώριζαν, ενώ τόσο ο Ντίβατς όσο και ο Πάσπαλι θα άλλαζαν σταθμό, με τον Ομπράντοβιτς να διαλέγει τον πιτσιρικά Ρέμπρατσα αλλά και τον μοναδικό 30χρονο στην ομάδα Σάριτς από τον μισητό αντίπαλο Ερυθρό Αστέρα. Ο προφέσορ Νίκολιτς ήταν αυτός που είχε ουσιαστικά επιλέξει τον Ζέλικο διακρίνοντας την ευφυΐα αλλά και την ηγετική προσωπικότητα. Μάλιστα θα ήταν στο πλευρό του για την μεταβατική χρονιά αν και ο νεαρός θα αποδεικνυόταν περισσότερο ισχυρογνώμων από το αναμενόμενο. Το βασικό σημείο αντιπαράθεσης ήταν η συμμετοχή στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα αφού λόγω εμπάργκο η Παρτιζάν δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη φυσική της έδρα. Ο Νίκολιτς πίστευε πως θα ήταν προτιμότερο η ομάδα να απέχει από τη διοργάνωση τόσο για οικονομικούς λόγους όσο και για τη συγκέντρωση στο εγχώριο πρωτάθλημα. Ο Ομπράντοβιτς θα είχε αντίθετη άποψη και θα έπαιρνε μια απόφαση πρόκληση για τα προκριματικά απέναντι στην Ζόλνοκ, όταν και πρότεινε να διεξαχθούν και τα δύο παιχνίδια στο ίδιο γήπεδο.



Μετά την πρόκριση το μεγάλο στοίχημα για την ομάδα ήταν η πόλη που θα φιλοξενούσε τους "εντός έδρας" αγώνες. Σύμφωνα με τον Νίκολιτς η καλύτερη επιλογή ήταν η Τεργέστη με τον φίλο τους Τάνιεβιτς στο τιμόνι της Στεφανέλ να αποτελεί σύμμαχο σε όποια προσπάθεια. Άλλωστε η βασική προετοιμασία πριν την έναρξη της σεζόν είχε πραγματοποιηθεί εκεί και η Στεφανέλ ήταν αρωγός στην προσπάθεια τους. Για ακόμα μια φορά ο Ομπράντοβιτς είχε αντίθετη άποψη. Η χρησιμοποίηση του ίδιου γηπέδου θα δυσκόλευε τον προγραμματισμό της ομάδας αφού ήταν φανερό πως η διοίκηση της διοργάνωσης δεν είχε και ιδιαίτερη διάθεση να διευκολύνει τους Σέρβους. Ακόμα ένας σημαντικός λόγος που υποστήριξε σθεναρά ο άπειρος προπονητής ήταν πως το σχετικά μικρό κοινό της Τεργέστης ενδιαφερόταν αποκλειστικά για την Στεφανέλ, με συνέπεια το γήπεδο να είναι στην καλύτερη αδιάφορο για τις αναμετρήσεις της. Ανάμεσα στις διαθέσιμες επιλογές ο Ζοτς πρόκρινε την Φουενλαμπράδα ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο με τις υπόλοιπες "ξεσπιτωμένες" Γιουγκοπλάστικα και Τσιμπόνα που διάλεξαν και αυτές την Ισπανία.



Το ισπανικό κοινό ήταν φίλα προσκείμενο στους Σέρβους, ο κόσμος της Φουενλαμπράδα ήταν αμιγώς μπασκετικός και το μικρό γήπεδο των περίπου 4.500 θεατών ιδανικό για την περίσταση. Η Παρτιζάν με μ.ο. ηλικίας τα μόλις 22 έτη βρήκε ένα γήπεδο που θα το ένιωθε σπίτι της, σε σημείο μάλιστα που μετά την νίκη στους ομίλους επί της Μπανταλόνα, ο αντίπαλος προπονητής Σάινθ να εναντιώνεται στον κόσμο της πόλης λέγοντας πως "αφού είναι τόσο Παρτιζάν, να αλλάξουν και τα χρώματα της ομάδας τους σε μαύρο λευκό". Στον τελικό της Κωνσταντινούπολης η Παρτιζάν θα αντιμετώπιζε ξανά την Μπανταλόνα του Σάινθ και το τρίποντο του αρχηγού Τζόρτζεβιτς, το οποίο πριν λίγα χρόνια ψηφίστηκε ως το πιο αναγνωρίσιμο καλάθι της διοργάνωσης από τον κόσμο, θα ολοκλήρωνε την έκπληξη και θα δικαίωνε απόλυτα την επιλογή του Ομπράντοβιτς. Το τέλος της χρονιάς θα ήταν ονειρικό, με την Παρτιζάν να σηκώνει πρωτάθλημα και κύπελλο.



To 1994 θα αποδεχθεί την πρόταση της Μπανταλόνα αφού την προηγούμενη χρονιά η ισπανική ομάδα θα χάσει τον πρωτάθλημα, ενώ θα αποκλειστεί από τους ομίλους κιόλας του ευρωπαϊκού. Ο Ζοτς θα επιλέξει μεθοδικά το ρόστερ του, θα ενισχύσει την άμυνα της ομάδας και χωρίς μεγάλα λόγια θα οδηγήσει την ομάδα στο Final Four. Απέναντι στον Ολυμπιακό θα καταστρώσει ένα εξαιρετικό πλάνο (που έχουμε αναλύσει στο αφιέρωμα μας για τον Ιωαννίδη) και ο άνθρωπος που της στέρησε την χαρά στην Κωνσταντινούπολη θα είναι ο λόγος που στο Τελ Αβίβ θα σηκώσει το τρόπαιο. Στους τελικούς του πρωταθλήματος θα ηττηθεί από την Ρεάλ και παρόλο που το πέρασμά του θα κριθεί επιτυχημένο θα αποδειχθεί βραχύβιο.



Η ομάδα περνάει οικονομικούς κλυδωνισμούς, θα αποδεσμεύσει άμεσα Φεράν, Τόμπσον και Ντόουσον και θα κρατήσει σκληρή γραμμή με τη σημαία Βιγιακάμπα. Στις διαπραγματεύσεις με τον Βιγιακάμπα ο Ομπράντοβιτς έρχεται σε σύγκρουση με τη διοίκηση αφού θεωρεί ιστορικό λάθος την απομάκρυνση της ηγετικής φυσιογνωμίας από τα αποδυτήρια. Αυτό το "δόγμα" θα φανεί ξανά αρκετά χρόνια μετά στην περίπτωση Αλβέρτη ο οποίος δεν θα έχει από ένα σημείο και μετά ιδιαίτερο ρόλο στο παρκέ, αλλά θα υπάρχει πάντα μια θέση στο ρόστερ για αυτόν παρότι η σχέση τους πέρασε αρκετά κύματα, αφού όπως ο ίδιος ο Ομπράντοβιτς εξήγησε "Τον πραγματικό αρχηγό τον διακρίνεις όταν στο βλέμμα των συμπαικτών δεν υπάρχει διάθεση για αντίρρηση, όχι από φόβο αλλά από σεβασμό σε αυτά που έχει προσφέρει. Για να θεωρείς πως δεν έχει αξία θα πρέπει να είσαι είτε ηλίθιος είτε υπερόπτης. Και δεν νομίζω στην καριέρα μου να υπήρξα κάτι από τα δύο". Ο Βιγιακάμπα τελικά θα μείνει στην ομάδα όμως ο ίδιος θα αποφασίσει να αλλάξει ομάδα όταν θα δεχθεί την πρόταση της Ρεάλ. Δύο δεκαετίες αργότερα ο Ομπράντοβιτς θα δεχτεί ένα τηλεφώνημα από τον φίλο Βιγιακάμπα ο οποίος είναι πλέον πρόεδρος του συλλόγου. Θέλει να κανονίσει έναν φιλικό αγώνα ανάμεσα στην Μπανταλόνα και την πρωταθλήτρια Ευρώπης Φενερμπαχτσέ προκειμένου ο σύλλογος να λάβει μια οικονομική ανάσα αφού βρίσκεται ένα βήμα πριν την κατάρρευση. Ο Ζοτς αντιπροτείνει δύο φιλικά, με την Φενερμπαχτσέ να μην αξιώνει κάποιο ποσοστό από τα εισιτήρια ως βοήθεια και έτσι θα γίνει.



Στην βασίλισσα ο Ομπράντοβιτς θα μείνει για τρία χρόνια όπου θα σηκώσει το Ευρωπαϊκό στην πρώτη του χρονιά απέναντι στον Ολυμπιακό, θα βρεθεί στο Final Four του Παρισιού, ενώ θα σηκώσει το Σαπόρτα την επόμενη. Εντός Ισπανίας όμως η Μπαρτσελόνα θα είναι πραγματικά δυνατή και θα κατακτήσει αυτή το πρωτάθλημα και τις τρεις χρονιές. Από αυτό το πέρασμα δύο είναι οι παίκτες με τους οποίους θα δημιουργήσει μια ιδιαίτερη σχέση αν και δεν έπαιξαν μαζί. Ο πρώτος είναι ο Σαμπόνις και ο Ζοτς θα του προσφέρει την ευκαιρία να βρεθεί στο ρόστερ του Παναθηναϊκού αργότερα, όμως ο ίδιος θα προτιμήσει να κλείσει στην αγαπημένη του Ζαλγκίρις με τον ανεπιβεβαίωτο θρύλο να υποστηρίζει πως το όχι ήρθε με την αιτιολόγηση "γιατί εσύ θα θέλεις διπλές προπονήσεις". Ο δεύτερος είναι και ο μοναδικός που θα κοουτσάρει δίνοντας του απόλυτη ελευθερία και μάλιστα δεν θα χρειαστεί να τον πείσει για τη φανέλα με το τριφύλλι αφού θα τον βρει ήδη εκεί. Μιλάμε φυσικά για τον Ντέγιαν Μποντίρογκα. Πριν τον Παναθηναϊκό όμως ο Ομπράντοβιτς θα κάνει ένα πέρασμα δύο ετών στην Μπενετόν.



Το ιταλικό πρωτάθλημα είναι αρκετά ισχυρό και η Μπενετόν αποτελεί το αντίπαλο δέος στις μεγάλες δυνάμεις της Μπολόνια, την Κίντερ και την Φορτιτούντο. Εκεί θα συναντήσει τον Ρέμπρατσα που πλέον δεν είναι το αδύνατο ψηλό παιδί που ο Ζοτς έριξε στα βαθιά αλλά βασικό γρανάζι της Μπενετόν. Μάλιστα η "κλοπή" του Ρέμπρατσα από το Νόβι Σαντ έγινε με την βοήθεια του Τζόρτζεβιτς. Ο Σάσα πίσω στο 1991 ταυτόχρονα με τις υποχρεώσεις του με την Παρτιζάν εκπλήρωνε τις στρατιωτικές του θητείες στην βάση του Νόβι Σαντ. Όταν αναγκαστικά έχανε κάποιες προπονήσεις, βρισκόταν στο γήπεδο της ομώνυμης ομάδας για να εκμεταλλευτεί το χαμένο χρόνο. Σε μία από αυτές και κατόπιν συνεννόησης με την Παρτιζάν, ο Τζόρτζεβιτς έβαλε στο αμάξι του τον Ρέμπρατσα και τον πήγε στον Ομπράντοβιτς ο οποίος είχε φροντίσει για όλα τα υπόλοιπα περί διαμονής. Το τελεσίγραφο για τη μεταγραφή ήρθε από τον ίδιο το Ζοτς και οι διαπραγματεύσεις έληξαν ευτυχώς γρήγορα χωρίς να δημιουργήσει κάποιο πρόβλημα στον Ρέμπρατσα. Όταν ο ίδιος ο Ρέμπρατσα ρωτήθηκε για τον προπονητή του πια στην Μπενετόν, δήλωσε προφητικά χωρίς να το ξέρει "κάθε ομάδα που θέλει να φτάσει στην κορυφή, πρέπει να ξεκινά από την απόκτηση του Ομπράντοβιτς. Για μένα δεν είναι ο προπονητής μου, είναι περισσότερο σαν πατέρας". Με την Μπενετόν δεν κατάφερε να φτάσει στην κατάκτηση του πρωταθλήματος όμως κατάφερε να σηκώσει ξανά το Σαπόρτα, κάνοντας το αδιανόητο να έχει κατακτήσει πέντε ευρωπαϊκούς τίτλους σε μόλις οχτώ χρόνια με τέσσερις διαφορετικές ομάδες.



Το καλοκαίρι του '99 ο Παναθηναϊκός θα κάνει την μεταγραφή που θα αλλάξει τόσο την ιστορία του συλλόγου όσο και τις ισορροπίες του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Το Final Four διεξάγεται στην Θεσσαλονίκη, ο Σούμποτιτς έχει δώσει το πρωτάθλημα μέσα στο ΣΕΦ όμως ο Παύλος ψάχνει τον κατάλληλο να οδηγήσει την ομάδα στην κορυφή της Ευρώπης όπως το '96 και δεν φαίνεται καλύτερη περίπτωση πέραν του Ομπράντοβιτς. Αυτός με την σειρά του θα συναντήσει τον αγαπημένο του Μποντίρογκα, ενώ το κενό κάτω από την ρακέτα που θα αφήσει η αποχώρηση του Ράτζα, θα το αναπληρώσει με τον γνώριμό του Ρέμπρατσα. Ο Παναθηναϊκός θα σηκώσει την κούπα στον ουρανό της συμπρωτεύουσας και την επόμενη χρονιά θα επιλέξει να αγωνιστεί στην Σουπρολίγκα. Εκεί θα φτάσει μέχρι τον τελικό αλλά θα ηττηθεί από την Μακάμπι. Ο Ρέμπρατσα θα έχει την ευκαιρία να αγωνιστεί στο NBA και όπως ο ίδιος εξομολογήθηκε "το πιο δύσκολο πράγμα ήταν να τον κοιτάξω κατάματα και να του πω ότι φεύγω". Ο Ομπράντοβιτς ήταν πάντα εκρηκτικός, απαιτητικός και επένδυε στους ανθρώπους του. Ευθύς και ειλικρινής, απαιτούσε το ίδιο και από τους υπόλοιπους. Όπως συνέχισε ο Ρέμπρατσα "μου είπε πως έπρεπε να πάω, πως ήταν η ευκαιρία μου και πως αν δεν τα κατάφερνα υπήρχε θέση πίσω για μένα, πήγα φοβισμένος στην συνάντηση και έφυγα γεμάτος αυτοπεποίθηση".



Με τους Λάζαρο Παπαδόπουλο και Ντάριλ Μίντλετον η ομάδα έδειχνε αποδυναμωμένη στους ψηλούς. Παρότι χρειάστηκε την έκπληξη της Ολίμπια, ο Παναθηναϊκός θα έφτανε πάλι στο Final Four ως το απόλυτο outsider. Ξεπερνώντας το εμπόδιο της Μακάμπι, όλοι πίστευαν πια ότι ο Παναθηναϊκός θα αρκούταν σε μια τυπική εμφάνιση αφού είχε προ πολλού υπερβεί το ταβάνι του. Στην κατάμεστη έδρα της Κίντερ, ο Παναθηναϊκός θα σήκωνε το τρόπαιο "της μαγκιάς" όπως το βάφτισε ο αιώνιος αρχηγός Αλβέρτης. Τα ματσαρίσματα δεν έβγαιναν συνεπώς ο Ομπράντοβιτς θα έπρεπε να αφήσει την φαντασία του να οργιάσει. Ο Παπαδόπουλος έπρεπε να κρατήσει φρέσκο τον Μίντλετον, ήταν αυτός που θα χρειαζόταν να δώσει τις μάχες με τον Ζοτς να τον προετοιμάζει "μπες και δειξ' τους ποιος έχει τα ...". Μάλιστα ο Μίντλετον θα έπαιζε λίγο πιο έξω από τον Λάζαρο (και από ό,τι είχε συνηθίσει) ώστε να ανοίξει τους χώρους από τη βασική γραμμή. Ο Κουτλουάι έπρεπε να πάρει τα off ball screens και να μην διστάσει να εκτελέσει από μακριά ανεξαρτήτως πρότερης ευστοχίας. Ο Αλβέρτης δεν είχε το πλεονέκτημα στα πόδια, όμως είχε την δύναμη και ιδιαιτέρως το μυαλό να παίξει με πλάτη. Αυτός θα ήταν ο επιθετικός πόλος στο post και όχι ο Μίντλετον, όμως η πραγματική διαφορά θα ερχόταν από αυτόν "με το πιο σταθερό χέρι του κόσμου" κατά Ίβκοβιτς.



Ο καλύτερος προπονητής με τον καλύτερο παίκτη της Ευρώπης θα έπρεπε να σπάσουν τη νόρμα, δίνοντας νόημα στο Κινέζικο ρητό "αν θες να περάσεις μέσα από την κόλαση, πρέπει να αφήσεις τις φωτιές να σε αγγίξουν" μέσα στο καυτό PalaMalaguti. Το ρίσκο είναι μονόδρομος και ο Ζοτς έχει ετοιμάσει το δυσκολότερο σενάριο για αυτόν. Ο Ντέγιαν θα είναι ο κύριος εκφραστής της επίθεσης με παιχνίδι απομόνωσης ψηλά και χαμηλά αλλά και δημιουργία. O Μποντίρογκα ξεδιπλώνει όλο το επιθετικό ρεπερτόριο όμως και στην άμυνα που δεν αγαπά, κάνει τα πάντα. Μένει χαμηλά, αλλάζει με τον Αλβέρτη ή τον Ρότζερς αν χρειάζεται αλλά και συγκλίνει στον άξονα ως βοήθεια στο κάθετο παιχνίδι των Τζινόμπιλι και Γιάριτς. Κυριολεκτικά ο Μποντίρογκα έπαιζε σε άμυνα και επίθεση τέσσερις θέσεις επί 38 λεπτά. Δεν βγήκε σχεδόν ποτέ από το παρκέ. Καμία άλλη εμφάνιση σε τελικό της διοργάνωσης δεν ήταν ποτέ τόσο απόλυτη σε ατομικό επίπεδο. Ενώ ο Ζέλικο προσπαθεί με κάθε πιθανό τρόπο να υποστηρίξει το μεγάλο ηγέτη του, θα δούμε και ένα play που την επόμενη δεκαετία θα γίνει ολόκληρη τάση. Ο Παναθηναϊκός θα χρησιμοποιήσει το Spain P&R (βέβαια έτσι θα ονομαστεί αρκετά αργότερα όταν θα γίνει ο πυλώνας της εθνικής Ισπανίας από τον Σκαριόλο) και ακόμα μια φορά ο Ζοτς θα εκπλήξει την Ευρώπη. Χωρίς ιδιαίτερη ανάλυση αυτής της εξαιρετικής δράσης, η βασική ιδέα είναι η εξέλιξη του παραδοσιακού P&R (όπου δύο παίκτες εμπλέκονται ως βασικοί πόλοι) σε μια σύνθετη συνεργασία τριών παικτών προσφέροντας περισσότερες επιλογές και δύο κάθετα κανάλια επίθεσης προς το καλάθι αλλά ταυτόχρονα και περισσότερο χώρο εκτέλεσης από τον σουτέρ που περιμένει στην περιφέρεια (οι 22 πόντοι του Κουτλουάι μόνο τυχαίοι δεν ήταν). Ο Ομπράντοβιτς οργάνωσε μαεστρικά την άμυνα, ετοίμασε την ομάδα του για "πόλεμο στα χαρακώματα" κάνοντας συνολικά 32 φάουλ με όλους τους παίκτες της αποστολής πλην Μίντλετον να έχουν από 3 φάουλ κατ' ελάχιστον (ο Μίντλετον έμεινε στα δύο), ενώ με εξαίρεση τον Σάντσεθ (4' χρόνος συμμετοχής) όλοι οι υπόλοιποι έπαιξαν τουλάχιστον 17'. Αυτή θα ήταν και η μεγαλύτερη ήττα του αλέγκρου Μεσίνα, ο οποίος δίχως ίχνος κόμπλεξ στην συνέντευξη τύπου πριν το Final Four του 2006 θα δήλωνε "αφού απουσιάζει ο Ομπράντοβιτς, μπορούμε να το πάρουμε" όπως και τελικά έγινε.



Η φυγή του Ντέγιαν και τα έργα για τους Ολυμπιακούς αγώνες αναστάτωσαν την ομάδα αφού αναγκάστηκε να ξεσπιτωθεί και να φιλοξενηθεί στο κλειστό του Σπόρτινγκ. Η ονειρική αρχή των τριών συνεχόμενων ευρωπαϊκών τελικών και δύο τίτλων δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί. Ο Ζοτς που ήξερε πως οι εγκαταστάσεις και η έδρα παίζουν πολύτιμο ρόλο δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με την επιλογή αυτή. Στο τραπέζι εξετάστηκαν όλες οι επιλογές αλλά για διαφορετικούς λόγους κάθε μια απορρίφθηκε. Χωρίς άλλες εναλλακτικές, η επόμενη περίοδος βρήκε τον Παναθηναϊκό με χαμηλωμένο ταβάνι αλλά τον Ζοτς έτοιμο να εκμεταλλευτεί αυτή τη μεταβατική περίοδο διορθώνοντας την έλλειψη εγχώριου κορμού, έτοιμο να πρωταγωνιστήσει ξανά με την επιστροφή στο ανανεωμένο ΟΑΚΑ. Τσαρτσαρής, Χατζηβρέττας και φυσικά Διαμαντίδης ήρθαν να προστεθούν και να δώσουν ο καθένας αυτό ακριβώς που χρειαζόταν η ομάδα εκτελώντας τις οδηγίες του Ζοτς. Ο Χατζηβρέττας από εκτελεστής μετατράπηκε σε αμυντικό για ειδικές αποστολές, ο Τσαρτσαρής παγιώθηκε στην θέση 4, ενώ ο Διαμαντίδης πήρε περισσότερο εκτελεστικά ευθύνες σταδιακά. Ακόμα μια προσθήκη που αποδείχθηκε εξαιρετική ήταν ο Μπατίστ που από τριάρι στην Αμερική ανέβηκε στην θέση 5 δημιουργώντας το πιο αποτελεσματικό P&R δίδυμο σε άμυνα και επίθεση στην Ευρώπη με τον Διαμαντίδη. Ο ίδιος ο Χατζηβρέττας έδιωξε κάθε απορία για την μεταστροφή του από σκόρερ σε αμυντικό ειδικών συνθηκών "δεν με έμαθε μόνο να παίζω άμυνα, με έμαθε να μην αποφασίζω με το ένστικτο όπως έκανα όλα τα χρόνια ακόμα και στην ΤΣΣΚΑ αλλά να σκέφτομαι το παιχνίδι και τις ανάγκες του".



Το '06 θα προσθέσει τον Σπανούλη που την επόμενη χρονιά θα δοκιμάσει στους Houston Rockets και θα χάσει την ευκαιρία να αναδειχθεί πρωταθλητής Ευρώπης στην Αθήνα, με τον Παναθηναϊκό να έχει το προβάδισμα στον τελικό σε όλες τις περιόδους παρά το απίστευτο παιχνίδι του Παπαλουκά. Ο Παναθηναϊκός θα εκμεταλλευτεί ξανά το εντός συνόρων Final Four και με μια μεστή εμφάνιση θα επιστρέψει στον θρόνο του μετά από πέντε χρόνια και θα ξεκινήσει μια εκ νέου περίοδο υπεροχής. Ο Παπαλουκάς που ήταν γνωστός φίλαθλος του Ολυμπιακού, αρνήθηκε τις συζητήσεις με την ομάδα το καλοκαίρι του 2001 αφού είχε πρόταση από τον Ολυμπιακό που ονειρευόταν να παίξει. Μετά το πέρασμά του από την ΤΣΣΚΑ, ο Ομπράντοβιτς θέλησε να τον εντάξει δίπλα στους Διαμαντίδη και Σπανούλη προσφέροντας μάλιστα καλύτερο συμβόλαιο τόσο οικονομικά όσο και ως προς τους όρους (κλειστό έναντι τετραετούς με μονομερή οψιόν ανανέωσης κάθε έτος από τον Ολυμπιακό) αλλά και πάλι αρνήθηκε. Ήταν ολοφάνερο πως δεν θα μπορούσε να βρεθεί η χρυσή τομή και ο Ομπράντοβιτς έκλεισε οριστικά αυτό το κεφάλαιο. Μπορεί με τον Παπαλουκά να απέτυχε όμως το καλοκαίρι του '06 έκλεισε μια συμφωνία χωρίς ιδιαίτερο θόρυβο αλλά αρκετά σημαντική.



Ο Μίλος Βούγιανιτς ήταν ένας εξαιρετικός σκόρερ, με κάθετο παιχνίδι και ιδιαίτερα αποτελεσματικός στην απομόνωση. Η ρήξη συνδέσμων που έπαθε στην Σκίπερ, το αποτυχημένο χειρουργείο στην Ιταλία, το νέο χειρουργείο αποκατάστασης στην Μπαρτσελόνα αλλά και το κάταγμα αστραγάλου μαζί με τις πολλές θλάσεις τον είχαν βγάλει για τα καλά από το προσκήνιο με τον προπονητή της Μπαρτσελόνα Ιβάνοβιτς, να αιτιολογεί την αποδέσμευση του με άκομψο τρόπο που καταδείκνυε τον φόβο προς την κατάστασή του "είναι ικανός αλλά χρειαζόμαστε δώδεκα υγιείς παίκτες". Ο Βούγιανιτς επιστρέφει στην πατρίδα του για ατομικές προπονήσεις και μένει έκπληκτος όταν ο Ομπράντοβιτς αυτοπροσώπως τον επισκέπτεται. "Μιλήσαμε αρκετή ώρα και στο τέλος μου ζήτησε λίγο χρόνο για τα διαδικαστικά του συμβολαίου. Θεώρησα σωστό να του υπενθυμίσω πως κανένας προπονητής δεν θα μου έδινε συμβόλαιο χωρίς ιατρικά με το ιστορικό μου. Μου απάντησε πως ό,τι χρειαζόταν να δει τα είχε δει και πως ήταν σίγουρος πως θα βοηθούσα ακόμα και σε περιορισμένο ρόλο". Ο Παναθηναϊκός έψαχνε μέχρι την τελευταία στιγμή ένα γκαρντ και ο Ομπράντοβιτς ήταν ο μοναδικός που του πρόσφερε συμβόλαιο παρότι ακόμη σε αποκατάσταση. Πραγματικά ο Ομπράντοβιτς διαχειρίστηκε άψογα τον Βούγιανιτς στην χρονιά, σε μια αναιμική φαινομενικά για τα πρώτερα δεδομένα του σεζόν αλλά πριν το Final Four ήταν έτοιμος. Σε λιγότερο από 20' σε ημιτελικό και τελικό, ο Βούγιανιτς θα πρόσθετε τους απαραίτητους πόντους (8 & 12 αντίστοιχα) και θα ήταν η απάντηση στην flat άμυνα της ΤΣΣΚΑ ως παίκτης κλειδί. Με το τέλος της χρονιάς ο Ομπράντοβιτς θέλησε να τον διατηρήσει στον ίδιο ρόλο αλλά ο Βούγιανιτς αρνήθηκε υποστηρίζοντας πως "μαζί με τον Σπανούλη ήρθε και ο Γιασικεβίτσιους, ήξερα ότι δεν χωρούσα πια". Ο τίτλος του '07 θα ήταν και ο μοναδικός ευρωπαϊκός σε επίπεδο συλλόγων για αυτόν.



Στα επόμενα χρόνια ο Παναθηναϊκός είχε την τύχη να βρει απέναντί του έναν πολύ ισχυρό Ολυμπιακό προσφέροντάς μας ιστορικές μονομαχίες σε Ελλάδα και Ευρώπη αλλά και τον ίδιο να δημιουργεί μια dream team για τα δεδομένα του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Στον ημιτελικό οι αιώνιοι θα έδιναν μια πολύ ενδιαφέρουσα μάχη με τον Παναθηναϊκό να βγαίνει νικητής. Μάλιστα σε σχετική ψηφοφορία στην Euroleague, η ομάδα του '09 ψηφίστηκε με μεγάλη διαφορά ως η καλύτερη ομάδα που εμφανίστηκε ποτέ ξεπερνώντας ακόμα και την φοβερή Μακάμπι των Γιασικεβίτσιους, Πάρκερ, Βούισιτς. Πραγματικά η ομάδα του '09 προκαλούσε τρόμο αφού στην περιφέρεια υπήρχαν Γιασικεβίτσιους, Διαμαντίδης, Σπανούλης, Νίκολας, ενώ στους ψηλούς δέσποζαν Πέκοβιτς, Μπατίστ με τους Φώτση και Τσαρτσαρή να μοιράζονται την θέση 4. Στον τελικό απέναντι στην ΤΣΣΚΑ, ο Παναθηναϊκός στο πρώτη ημίχρονο σάρωσε τα πάντα στο διάβα του όμως η διαφορά έπεσε στην επανάληψη. Σε εκείνο το παιχνίδι με την διαφορά να είναι στο καλάθι και να φτάνουμε στην τελευταία επίθεση, ο Ομπράντοβιτς θα "απαντήσει" πάλι το ίδιο στο αιώνιο ερώτημα των προπονητών περί φάουλ με την διαφορά στους δύο πόντους. Όπως έχει τονίσει πολλάκις σε σεμινάρια, "οι ειδικές συνθήκες είναι θέμα αντίληψης και κατανόησης ιδιαιτέρως στην άμυνα, όχι μηχανικής κίνησης", ενώ "το πιο δύσκολο πράγμα στην άμυνα είναι να πείσεις τον παίκτη να διώξει τον δισταγμό για ό,τι συμβαίνει στον χώρο που δεν βλέπει, γιατί προϋποθέτει απόλυτη εμπιστοσύνη στους συμπαίκτες του αφού δεν μπορεί να τον ελέγξει". Με βάση αυτά αλλά και την εν γένει θεώρησή του για το μπάσκετ "αν δεν μπορείς να εμπιστευτείς τους παίκτες σου για μια άμυνα, πως περιμένεις να σε εμπιστευτούν και αυτοί με την σειρά τους;" ο Ομπράντοβιτς κατάφερε να κερδίσει τα περισσότερα οριακά ματς της καριέρας του είτε βρισκόμενος σε θέση άμυνας είτε επίθεσης. Μάλιστα ο Μπατίστ στην αυτοβιογραφία του έδωσε ακόμα μια πτυχή αυτού του τάιμ άουτ καθώς όπως εξιστορήθηκε ο Ομπράντοβιτς ρώτησε την πεντάδα του αν θέλουν να κάνουν φάουλ ή να παίξουν άμυνα. "Του απαντάμε λοιπόν ότι θέλουμε να παίξουμε άμυνα, όλοι και οι πέντε, με μια φωνή. Ωραία τότε, ας παίξουμε άμυνα και μας σχεδίασε τον τρόπο που θα αμυνθούμε".



Πριν την κατάκτηση του τροπαίου αίσθηση είχε προκαλέσει η συνέντευξη τύπου μετά το αδιάφορο παιχνίδι της κανονικής διάρκειας απέναντι στην Πρόκομ. Ο Παναθηναϊκός δεν είχε δυσκολευτεί καθόλου επικρατώντας άνετα με σκορ 75-53 και, ενώ όλοι περίμεναν μια ακόμα πιο αδιάφορη και τυπική δήλωση, ο Ομπράντοβιτς άστραψε και βρόντηξε. "Εναντίον της Πρόκομ αυτό το παιχνίδι ήταν για 50 πόντους. Αυτό είναι αστείο" και συνέχισε "το πρόβλημα είναι ότι δεν σεβόμαστε τους εαυτούς μας, δεν έχουμε πιθανότητες για το Final Four, όλοι θέλουν να παίξουν εναντίον μας στο Top 16" και δεν σταμάτησε εκεί κατακεραυνώνοντας χωρίς να ονοματίζει την συμπεριφορά των παικτών του. Αρκετά χρόνια αργότερα ο Πιανιτζιάνι σε ένα σεμινάριο της FIBA για τη διαχείριση κρίσεων υπερθεμάτισε την "τεχνητή αμφιβολία" του Ομπράντοβιτς όπως την χαρακτήρισε, "ο τρόπος του ήταν εξαιρετικός γιατί επέλεξε ένα παιχνίδι που κανένας δεν χρειαζόταν να ξεχωρίσει ούτε να υπερβεί σε αναμενόμενο χρόνο συμμετοχής, συνεπώς κανείς από τους παίκτες δεν θα μπορούσε να ταυτιστεί με το γκρουπ της αμφιβολίας αλλά ταυτόχρονα δεν θα ήταν και σίγουρος ότι δεν ανήκει σε αυτό". Βέβαια ο Ομπράντοβιτς δεν τα έβαζε μόνο με τους παίκτες του αλλά όταν χρειαζόταν έμπαινε μπροστά για αυτούς. Την χρονιά '10-'11 στον αγώνα με την Ολύμπια ο Μπατίστ υπέπεσε στο μεγαλύτερο λάθος της καριέρας του όταν πάτησε στο κεφάλι τον πεσμένο Όζμπολτ. Οι διαιτητές δεν το αντιλήφθηκαν αλλά ο Ομπράντοβιτς το είδε και αποφάσισε μόνος του να τιμωρήσει τον παίκτη του, περνώντας τον στον πάγκο στα τελευταία κρίσιμα λεπτά της αναμέτρησης παρόλο που ήταν ο καλύτερος του αγώνα μέχρι εκείνο το σημείο (σημείωση: μπήκε στο τέλος, μόνο όταν ο Τσαρτσαρής αποβλήθηκε με 5 φάουλ), στοιχείο που οδήγησε τελικά τον Παναθηναϊκό στην ήττα. Η διοίκηση της ομάδας του υπέβαλε πρόστιμο όμως για τους επόμενους αγώνες ο Ομπράντοβιτς ερχόταν διαρκώς απέναντι στο ίδιο ερώτημα όταν και ξεκαθάρισε "κρατάμε μόνο το άσχημα, ο ίδιος απολογήθηκε και μετά το παιχνίδι του πρωταθλήματος, μίλησε προσωπικά με τον Όζμπολτ και το θέμα λύθηκε αλλά τώρα μιλάμε πάλι για το ίδιο", ενώ πρόσθεσε "ο Μάικ αγωνίζεται στην Ευρώπη τόσα χρόνια, δεν έχει κάνει ποτέ κάτι κακό αλλά οι εφημερίδες πουλάνε μόνο με την άσχημη είδηση, ας συζητάμε λοιπόν για αυτό το γεγονός για τα επόμενα 10 χρόνια".



Στην ένταση της στιγμής δεν έλειψε και το ευτράπελο, με την συμπαθέστατη μεταφράστρια να μεταφράζει αυτολεξεί τα λεγόμενα του κόουτς "αν βρεις κάποιον που κάνει κάτι κακό λες είναι μαλάκας, ας του επιτεθούμε" και με απολογητικό ύφος απευθύνθηκε στον Ομπράντοβιτς "συγγνώμη αλλά αυτό είπες" με τον Ομπράντοβιτς να της δίνει τα συγχαρητήριά του για τη μετάφραση αποφορτίζοντας το κλίμα.



Τον Μάιο εκείνης της χρονιάς ήρθε και το τελευταίο μέχρι σήμερα Ευρωπαϊκό του Παναθηναϊκού απέναντι στην Μακάμπι σε έναν τελικό που οι πράσινοι έλεγξαν απόλυτα και την περίφημη αγκαλιά μεταξύ Ομπράντοβιτς και Διαμαντίδη. Ο δρόμος δεν ήταν εύκολος καθώς στα playoffs ο Παναθηναϊκός έπρεπε να ξεπεράσει το εμπόδιο της Μπαρτσελόνα με μειονέκτημα έδρας. Η προσθήκη του Νικ Καλάθη αποφόρτιζε τον Διαμαντίδη από την μεταφορά της μπάλας, ενώ επίσης τον απελευθέρωνε και στην άμυνα, καθώς ήταν ολοφάνερο πως ο Νικ μπορούσε να ακολουθήσει τον οποιονδήποτε αντίπαλο γκαρντ. Ο Ομπράντοβιτς αξιοποιώντας τις συνδυαστικές ικανότητες αυτών των δύο μας παρουσίασε κάτι που πραγματικά δεν το είχαμε δει ποτέ ξανά με τέτοια διάρκεια και αποτελεσματικότητα. Ένας γκαρντ να παίζει ουσιαστικά λίμπερο δανειζόμενος τον όρο από το ποδόσφαιρο, με τον Διαμαντίδη να συγκλίνει στην ρακέτα αλλά και να δίνει την βοήθεια στην περιφέρεια όταν χρειάζεται. Ένας πραγματικός στρατηγός στην άμυνα που διαρκώς κατεύθυνε τους συμπαίκτες του για τις ιδανικές αποστάσεις και αλληλοκαλύψεις στην πιο μεστή φάση της καριέρας του. Ο Ζοτς είχε διακρίνει τα περιθώρια εξέλιξης του Διαμαντίδη από νωρίς, με τον ίδιο να ξεκαθαρίζει στον Παύλο "αν δεν υπογράψεις αυτόν, δεν θέλω άλλον".



Ο Ομπράντοβιτς δούλεψε πολύ ολόκληρη την χρονιά μέχρι οι δυο τους να βρουν την απαραίτητη ισορροπία, άλλωστε εκείνο το καλοκαίρι έχασε τόσο τον Σπανούλη όσο και τον Γιασικεβίτσιους. Οι απρόσμενες ήττες στο Top 16 είχαν φέρει τον Παναθηναϊκό με μειονέκτημα έδρας όμως η ομάδα ήταν πανέτοιμη και από εκείνο το σημείο και έπειτα, η αποτελεσματικότητά της ιδιαιτέρως στην άμυνα άγγιξαν επίπεδα που δύσκολα συναντάς αφού τόσο τα λάθη όσο και η αναλογία ασσίστ / λαθών του αντιπάλου, είναι ακόμα ανάμεσα στα καλύτερα στην ιστορία της διοργάνωσης για τα playoffs αλλά και το Final Four. Μάλιστα και στο πρωτάθλημα επικράτησε του Ολυμπιακού με μειονέκτημα έδρας. Η αμυντική συνεισφορά του Καλάθη ήταν εντυπωσιακή, αν και άγουρος ακόμα, αφού δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Ομπράντοβιτς του έδωσε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο. Μάλιστα ο Ζοτς είχε προβλέψει πως "δουλεύει σκληρά χωρίς να μιλά, αν συνεχίσει έτσι θα είναι ο επόμενος μεγάλος playmaker της Ευρώπης". Ο Νικ μπορεί να μην μιλούσε στις προπονήσεις όμως δεν σταμάτησε ποτέ να μιλά για τη συμβολή που είχε ο Ζέλικο στην καριέρα του αφού "αυτός με έμαθε την θέση και με εξέλιξε σταδιακά, πρώτα στην συνεργασία και την άμυνα, μετά στην δημιουργία και στην επίθεση", ενώ σε άλλη συνέντευξη είχε πει "αφού συνεργαστείς με τον Ομπράντοβιτς, μετά αντιλαμβάνεσαι το μπάσκετ εντελώς διαφορετικά από αυτό που ήξερες".



Το καλοκαίρι του '12 η αυλαία έπεσε στο ΟΑΚΑ. Οι δύο πυλώνες της αυτοκρατορίας αποτελούσαν πια παρελθόν καθώς τόσο οι αδερφοί Γιαννακόπουλοι όσο και ο Ομπράντοβιτς παρέδωσαν την σκυτάλη. O Ζοτς θα επέστρεφε στο ΟΑΚΑ αλλά αυτήν τη φορά όχι ως οδηγός του πράσινου τιμονιού αλλά ως αντίπαλος. Και κάθε φορά το σπίτι των πράσινων θα γέμιζε ασφυκτικά, όπως στις μεγάλες σειρές με Μπαρτσελόνα και Μακάμπι, όπως σε όλα τα μεγάλα ραντεβού που επί των εποχών του θα λύγιζε τον οποιονδήποτε αντίπαλο. Η επιστροφή του βασιλιά που διαμήνυσε το κορεό την πρώτη φορά, προκαλεί θαυμασμό στον ουδέτερο θεατή αλλά απέχει δραματικά από το συναίσθημα του φίλαθλου της ομάδας που την έζησε στις στιγμές της απόλυτης δόξας και καταξίωσης. Το μέταλλο του πρωταθλητή που σμίλεψε ο Ομπράντοβιτς επί δεκατρία χρόνια, ένα κράμα πίστης, ανωτερότητας και υπερηφάνειας. Από αυτήν εδώ την γωνιά, είχα χαρακτηρίσει τον κόσμο του Παναθηναϊκού ως το καλομαθημένο κοινό που πίστεψε όλα όσα έβλεπε μπροστά του ως το φυσιολογικό. Είναι η ευχή και κατάρα του τυχερού κοινού, που βλέπει την ομάδα του να πετυχαίνει πολλά παραπάνω από το σύνηθες. Στον κύκλο της ιστορίας πολλές ομάδες θα πετύχουν, όμως με τέτοια διάρκεια και σταθερότητα σπάνια θα συναντήσεις όμοιο. Ο Παναθηναϊκός του Ομπράντοβιτς υπήρξε ο δυνάστης του ευρωπαϊκού μπάσκετ για δεκατρία ολόκληρα χρόνια, ένα πρωτοφανές οικοδόμημα με εκείνον τον απόλυτο αρχιτέκτονα, μια ακλόνητη διοίκηση και την πιο ισχυρή έδρα της Ευρώπης. Υπάρχουν φίλαθλοι που δεν θα ζήσουν ποτέ ανάλογες στιγμές με τις ομάδες τους, γιατί για να ευθυγραμμιστούν όλα μαζί σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα χρειάζονται και οι συγκυρίες. Όπως εύστοχα είπε και ο Σολαΐνι "ο Παναθηναϊκός ήταν ο τρομοκράτης σε εμπόλεμη ζώνη, όχι σε σχολείο" θέλοντας να δείξει το επίπεδο ανταγωνισμού που έπρεπε να αντέξει όλο αυτό το διάστημα στην κορυφή. Αυτή είναι η ευχή, να βιώσεις το παράλογο από την πλευρά του νικητή όσο όλοι οι άλλοι βρίσκονται στην αντίπερα όχθη. Η κατάρα είναι η ώρα του μεγάλου αντίου και όσων ακολουθούν. Στο σύστημα πρέπει να επέλθει ισορροπία και το μονοπάτι προς την κορυφή είναι διαφορετικό από τη ρότα που είχε το καράβι μέχρι τώρα. Σε όσους κοιτούσαν ο δρόμος πια είναι ανοιχτός και η απόσταση του βλέμματος από το παρκέ μέχρι τα λάβαρα στον ουρανό μικρός που ξεγελά. Όταν ο Ομπράντοβιτς σήμανε το τέλος, η τροπαιοθήκη είχε γεμίσει αφόρητα. Τα πρωταθλήματα Ελλάδος είχαν αυξηθεί κατά 11, επιπλέον εφτά κύπελλα μπήκαν στην συλλογή, ενώ φυσικά, ακόμα πέντε αστέρια αντάμωσαν εκείνο του '96.



Ο Ομπράντοβιτς την επόμενη χρονιά έμεινε ανενεργός παίρνοντας μια ανάσα από την ιλιγγιώδη ταχύτητα, μέχρι να βρεθεί ξανά στο κυνήγι της επόμενης μεγάλης στιγμής. Η εθνική ομάδα δεν αποτελούσε διέξοδο. Την είχε υπηρετήσει από το πόστο του προπονητή με επιτυχία. Ασημένιο στους Ολυμπιακούς της Ατλάντα το '96, χρυσό στο Παγκόσμιο του '98 στην αγαπημένη του Αθήνα, πρωταθλητής Ευρώπης το '97 στην Ισπανία και με το χάλκινο στο στήθος το επόμενο σε γαλλικά εδάφη. Το δεύτερο πέρασμά του ήταν και το πιο επεισοδιακό με τα χρώματα της εθνικής, κυρίως το 2005. Ενώ η διοργάνωση διεξήχθη στην Σερβία και αυτό αρκούσε ώστε η εθνική να οριστεί εξαρχής φαβορί, τα πρώτα σύννεφα φάνηκαν όταν τα περισσότερα μεγάλα ονόματα αρνήθηκαν την κλήση με εξαίρεση φυσικά τους Μποντίρογκα και Ρέμπρατσα. Όταν στον πρώτο αγώνα η ομάδα ηττήθηκε από την Ισπανία ο Ομπράντοβιτς διαμήνυσε "οι περισσότεροι παίζουν για τα στατιστικά και όχι για το μετάλλιο, δύο μήνες προσπαθώ να τους πείσω αλλά φαίνεται δεν τα έχω καταφέρει, τουλάχιστον αυτοί ήρθαν και δεν αρνήθηκαν την εθνική" όμως οι περισσότεροι πιστέψαμε πως ήταν ένα τρικ αφύπνισης. Αν δεν ερχόταν η ευρεία νίκη επί του Ισραήλ, η Σερβία θα είχε ήδη αποκλειστεί από τους ομίλους αλλά και αυτή η οριακή πρόκριση δεν αφύπνισε τους παίκτες. Απέναντι στην Γαλλία, η Σερβία βίωσε οδυνηρή ήττα και τα αποδυτήρια πήραν μεταφορικά φωτιά μετά το φινάλε. Ο Μποντίρογκα ήταν έξω φρενών για τον ατομισμό της ομάδας κατηγορώντας πως κάθε παίκτης έχει τον δικό του μάνατζερ και δημοσιογράφο. Ο Ομπράντοβιτς καθυστέρησε στην συνέντευξη τύπου αφού είχε πολλά να πει στους παίκτες του, κάτι που φάνηκε και στην πιο επεισοδιακή συνέντευξη τύπου σε Ευρωμπάσκετ. Επί μισή ώρα ο Ζοτς επιδόθηκε σε έναν άνευ προηγουμένου μονόλογο εκθέτοντας την στάση ορισμένων παικτών, αφού ανάμεσα σε άλλα μίλησε για ατομισμό, νυχτερινή διασκέδαση και απροθυμία. Θέλοντας να δείξει τη διάθεση κάποιων παικτών να παρακούσουν τις εντολές του, είπε πως "αν κάποιος από αυτούς ήταν στον Παναθηναϊκό, δεν θα επιβίωνε για περισσότερες από 24 ώρες". Οι αναφορές του για το τι ακριβώς σημαίνει εθνική ήταν πάρα πολλές φτάνοντας να συγκρίνει τη διάθεση τους με τα παλιότερα χρόνια λέγοντας "οι περισσότεροι δεν έχουν πετύχει τίποτα και νομίζουν πως είναι οι καλύτεροι, εμείς πεθαίναμε στο γήπεδο ο ένας για τον άλλον, τώρα δεν μπορούν καν να κοιτάξουν ο ένας στα μάτια τον άλλον". Ο χείμαρρος δεν είχε τελειωμό αφού μέχρι και ένας δημοσιογράφος διέκοψε τον Ζοτς ώστε να γίνει η μετάφραση "και για εμάς που δεν καταλαβαίνουμε". Ο Ομπράντοβιτς με το γνωστό μελιτζανί ύφος, του απάντησε πως "αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο φίλε μου" και συνέχισε απτόητος τον μονόλογο μόλις κόπασαν τα γέλια.



Το highlight ήρθε στο φινάλε αφού ο μεταφραστής απελπίστηκε, ενώ είχε προσπαθήσει να διακόψει τον Ζοτς 3-4 φορές χωρίς επιτυχία, ζητώντας συγγνώμη για τις παραλείψεις αφού "ήταν αδύνατο να τα συγκρατήσω όλα, ευτυχώς υπάρχουν και οι κάμερες" με τον ίδιο να δίνει και λίγο παρασκήνιο από εκείνη την συνέντευξη τύπου. Όπως είπε αργότερα "ήταν έξαλλος, δεν μπορούσε να σταματήσει, νομίζω έχασα πάνω από το 50% όσων είπε ωστόσο όταν ηρέμησε μου ζήτησε συγγνώμη" και πρόσθεσε πως ο Ζέλικο τον κάλεσε για βραδινή έξοδο ως αντιστάθμισμα για τη δύσκολη θέση που τον έφερε με μια υπέροχη ατάκα "φίλε μου όλα κερασμένα από μένα, μπορείς να πιεις όσο θελήσεις, εσύ τουλάχιστον το αξίζεις".



Επόμενος σταθμός η Κωνσταντινούπολη, με την Φενερμπαχτσέ να προσπαθεί να φτάσει στην κορυφή της Ευρώπης. Το πέρασμά του μακρύ, υπηρέτησε το σύλλογο για επτά χρόνια και αν τα οικονομικά δεδομένα δεν άλλαζαν άρδην πιθανώς ακόμα να ήταν εκεί. Εμπιστευόμενος παίκτες που είχαν κοντινή σε αυτόν νοοτροπία όπως οι Μπογκντάνοβιτς, Βέσελι, Μπιέλιτσα αλλά και το δικό μας Νίκο Ζήση, μόλις τη δεύτερη χρονιά έφτασε σε Final Four. Την επόμενη χρονιά, τρεις ακόμα κομβικοί παίκτες ήρθαν και θα έθεταν τον πήχη πραγματικά ψηλά. Ο Ζήσης έφυγε όμως άλλος ένας Έλληνας θα ερχόταν, ο Σλούκας που μαζί με τους Έκπε Ούντο και Νίκολα Κάλινιτς πρόσθεσαν αρκετές εναλλακτικές στην φαρέτρα του Ζοτς. Η ομάδα έφτασε σε τρεις συνεχόμενους τελικούς με μόνο κερδισμένο αυτόν τοu '17 απέναντι στον Ολυμπιακό στην Κωνσταντινούπολη, φτάνοντας το ρεκόρ του απέναντι στους Ερυθρόλευκους στα Final Four σε 4-0. Από εκείνη την ομάδα απολαύσαμε υπέροχο μπάσκετ κυρίως στο set παιχνίδι αφού διέθετε πλουραλισμό. Είδαμε τον coach να στήνει εξαιρετικά τα elevator plays εκμεταλλευόμενος την ικανότητα στο διάβασμα του Βέσελι παρέχοντας του την ελευθερία να δημιουργήσει ή να εκτελέσει ανά περίσταση. Ο Τσέχος που δεν είχε περάσει και ιδιαιτέρως καλές στιγμές στο NBA, καθόλου τυχαία δήλωσε "ευχαριστώ τον Ομπράντοβιτς γιατί με έκανε να αγαπήσω ξανά το μπάσκετ". O Μπογκντάνοβιτς έδωσε το στίγμα του για την επιρροή που είχε ο Ζοτς πάνω του λέγοντας πως "ο Βουγιόσεβιτς με έκανε καλύτερο παίκτη αλλά ο Ομπράντοβιτς με έκανε καλύτερο συμπαίκτη", ενώ ο Σλούκας είχε αναφέρει "ήσουν ο καλύτερος δάσκαλος που θα μπορούσα να ζητήσω". Το δέσιμο με τους παίκτες του φάνηκε και από την τοποθέτηση του Σλούκα το καλοκαίρι του '20 όταν τελικά αυτός αλλά και ο Ομπράντοβιτς αποχαιρέτησαν την ομάδα. Στις διαπραγματεύσεις που γίνονταν, ο Σλούκας είχε τοποθετηθεί δημόσια "Το συμβόλαιο είναι ακόμα ενεργό για έναν χρόνο, υπάρχουν πολλές σκέψεις στο μυαλό μου και η επιστροφή μου στον Ολυμπιακό ή το ενδεχόμενο να παίξω στον Παναθηναϊκό είναι απλά φήμες. Αν φυσικά ο Ομπράντοβιτς φύγει, τότε όλα αλλάζουν".



Φυσικά η πορεία του συνεχίζεται και μένει να φανεί ποια θα είναι η επόμενη στιγμή που θα φτάσει ξανά στην κορυφή. Οι τίτλοι από μόνοι τους φανερώνουν το μεγαλείο του. Σε τρεις δεκαετίες έχει σηκώσει εννιά φορές την Euroleague και ακόμα εννέα φορές έχει βρεθεί στο Final Four, έχει κατακτήσει δύο φορές το Σαπόρτα, 16 φορές το εγχώριο πρωτάθλημα μαζί με 11 κύπελλα. O Γκρεγκ Πόποβιτς έχει παραδεχτεί πως αντέγραψε στην καριέρα του plays από αυτά που παρουσίασε ο Ομπράντοβιτς, ο Μεσίνα τον αναγνώρισε ως τον "μεγάλο αντίπαλο που μου στέρησε τίτλους αλλά μου πρόσφερε τις καλύτερες μονομαχίες", ενώ ο Γιασικεβίτσιους υπερθεμάτισε για την συνεισφορά του λέγοντας πως "σε κάθε μπασκετική γωνιά της Ευρώπης, κρύβεται και λίγο Ομπράντοβιτς".



Δεν νομίζω να έχω διαβάσει κάποιο αφιέρωμα για αυτόν χωρίς να αναφέρονται οι λέξεις τελειομανής και απαιτητικός. Όμως πιστεύω ότι την καλύτερη περιγραφή αναφορικά με αυτά τα στοιχεία, την έχει δώσει o center που στα χέρια του μετατράπηκε από ικανός σε elite παγκόσμιας κλάσης όπως έδειξε και η πορεία του στο NBA μετά τον Παναθηναϊκό. Ο Νίκολα Πέκοβιτς εξήγησε πως "η σχέση προπονητή - παίκτη είναι περίεργη γιατί ο προπονητής διαρκώς απαιτεί πράγματα από εσένα. Αν δεν απαιτήσει πολλά δεν θα σε εξελίξει, ενώ αν απαιτήσει παράλογα θα σταματήσεις να τον ακούς. Ο Ομπράντοβιτς ήταν ο δυσκολότερος προπονητής γιατί ήξερε πάντα να απαιτεί από τον καθένα ακριβώς το 100% που μπορούσε να φτάσει, ούτε λίγο παραπάνω ούτε λίγο παρακάτω".



Οι περισσότερες ιστορίες, αθλητικές και μη, συναρπάζουν καθώς ξεδιπλώνουν την προσπάθεια προς την κορυφή. Ενώ η προσοχή μας στρέφεται σε κάθε λεπτομέρεια αυτής της προσπάθειας, συνήθως η ιστορία αγνοεί το μετά. Ήρωες που αποθεώθηκαν στην μεγάλη τους στιγμή, αποδέχονται συγκαταβατικά την άμεση αποκαθήλωση από τον επόμενο διεκδικητή. Ο Ομπράντοβιτς αποτελεί την μεγαλύτερη εξαίρεση καθώς στέκεται όρθιος και δυνατός, ως η πάγια σταθερά του ευρωπαϊκού μπάσκετ που επί τρεις δεκαετίες διαρκώς αλλάζει γύρω του με εκείνον να ανακαλύπτει την επόμενη μεγάλη πρόκληση. Παθιασμένος, ασταμάτητος και ιδιοφυής διατηρεί άσβεστη την φλόγα μέσα του για το παιχνίδι που αγάπησε. Όπως είχε αναφέρει και ο Μέσνερ, ο πρώτος που ανέβηκε στο Έβερεστ χωρίς συμπληρωματικό οξυγόνο αλλά και ο πρώτος που ανέβηκε όλες τις οκτάρες κορυφές του κόσμου, "όταν ανέβηκα (το Έβερεστ) ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου και όταν το κατέβηκα ο πιο δυστυχισμένος, γιατί δεν ήξερα πια τι άλλο θα έπρεπε να κατακτήσω, μέχρι το μυαλό μου να γεννήσει τον επόμενο μεγάλο στόχο". Έτσι και για τον Ζέλικο που η πυξίδα του μυαλού του αναζητά το επόμενο σταυροδρόμι της μεγάλης πορείας όσο εμείς συνειδητοποιούμε πως όμοιός του δεν θα βγει. Γιατί ούτε ο ίδιος ο Νίκολιτς κατανόησε την συμπαντική αλλαγή που θα προκαλούσε στο μπάσκετ της Ευρώπης εκείνο το καλοκαίρι του '91. Όταν από στρατιώτης της ανεπανάληπτης αρμάδας των Πλάβι εντός παρκέ εν καιρώ πολέμου, θα γινόταν στρατηγός εκτός αυτού και θα άλλαζε οριστικά την ιστορία εφεξής. Και μαζί με αυτήν, θα αλλάζαμε και εμείς είτε ως συγκοινωνοί είτε ως αντίπαλοι στις φωνές του.