We feel devotion
OUT OF THE BOX
FIBA vs Euroleague: Όταν πρέπει να διαλέξεις πλευρά
Η πρόθεση αποχώρησης του Παναθηναϊκού από την Euroleague επανέφερε ένα θέμα που έχει τις ρίζες του σε προηγούμενες δεκαετίες και το οποίο παραμένει ανοιχτό ακόμα και σήμερα, με το ευρωπαϊκό μπάσκετ να ψάχνει ακόμα το ιδανικό μοντέλο διεξαγωγής του.
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Λαμπρόπουλος | lampropoulos@basketstories.net
Δημοσιεύτηκε: 09/07/2020 16:33
Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως η χρονιά που τρέχει θα φέρει τόσο έντονες ανακατατάξεις στην παγκόσμια οικονομία μέσα σε λίγους μόνο μήνες. Η πανδημία του COVID -19 δημιούργησε αλυσιδωτές αντιδράσεις σχεδόν σε όλους τους τομείς της οικονομίας μη εξαιρουμένου φυσικά του μπάσκετ. Όσον αφορά την Euroleague, η μη ανάδειξη πρωταθλητή αλλά περισσότερο το μετέωρο της συνεργασίας με την IMG (είχαμε αναλύσει σε παλαιότερο άρθρο την σημασία της συνεργασίας) δημιούργησαν θολό τοπίο αναφορικά με την επόμενη ημέρα. Επιπροσθέτως η διαφαινόμενη διοικητική και οικονομική αλλαγή της ΚΑΕ Παναθηναϊκός δημιούργησε μια νέα συνθήκη. Η έγγραφη αίτηση της ομάδας περί αποχώρησης της από την διοργάνωση, εκκίνησε μια συζήτηση ξεχασμένη στα κιτάπια της ιστορίας για τις πιθανές επιπτώσεις. Στην μνήμη όλων ανακλήθηκε το 2001 όταν είχαμε την μεγάλη διάσπαση του Ευρωπαϊκού μπάσκετ.



Το πιο σημαντικό σημείο μιας πιθανής αποχώρησης ενός elite club από τους κόλπους της Euroleague είναι ο μονόδρομος (με τα υπάρχοντα δεδομένα) προσχώρησής του στο Basketball Champions League. Η ειδοποιός διαφορά είναι η διοργανώτρια αρχή καθώς από τη μία πλευρά έχουμε την Euroleague Basketball και από την άλλη την FIBA. To EuroCup βγαίνει από την εξίσωση καθώς αποτελεί τη δεύτερη τη τάξει διοργάνωση που τρέχει η Euroleague Basketball και αποτελεί το μοναδικό δρόμο προς την διοργάνωση της Euroleague αν εξαιρέσουμε φυσικά τα εγγυημένα συμβόλαια. Δεν έχει κανένα νόημα μια ομάδα να αποχωρήσει διαμαρτυρόμενη από την Euroleague και να ενταχθεί κάτω από το ίδιο καθεστώς στο EuroCup. Για να ερμηνεύσουμε την "αντιπαλότητα" των ευρωπαϊκών συλλόγων με την FIBA θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω στο 1991.

Εκείνη την χρονιά η UEFA μαζί με τα ισχυρά clubs της Ευρώπης θα άλλαζε το status του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου με το UEFA Champions League. Ενώ στην Ελλάδα το μπάσκετ έμπαινε επίσημα στον επαγγελματισμό αλλάζοντας τις συσχετίσεις των δυνάμεων εντός συνόρων, οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις της τότε εποχής αιτούνταν ανάλογες αλλαγές με του ποδοσφαίρου προς την FIBA. Το κυριότερο αίτημα ήταν ένα διαφανές market pool προς τις ομάδες και η αλλαγή του brand στα πρότυπα ενός σταθερού και άρα αναγνωρίσιμου προϊόντος εναρμονισμένο με τα τότε νέα δεδομένα. Η οπτική γωνία της FIBA όμως ήταν εντελώς διαφορετική καθώς υπήρχαν σημαντικά προβλήματα. Ο παλαιού τύπου τρόπος διαχείρισης δεν επέτρεπε τις εκτενείς και σε διάφορα μέτωπα αναγκαίες διαπραγματεύσεις για μια τέτοια μεγάλη αλλαγή. Επίσης είχε την εποπτεία των παγκόσμιων πρωταθλημάτων όπου σημαντικές αλλαγές λάμβαναν χώρα και έστρεψε την προσοχή της εκεί. Η απελευθέρωση των επαγγελματιών στις ΗΠΑ, η διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας αλλά και το τέλος της ΕΣΣΔ ήταν θέματα που έχρηζαν λεπτών χειρισμών, ξεπερνούσαν τα όρια του αθλητισμού και ήταν άμεσης προτεραιότητας για το κύρος της.



O γενικός γραμματέας της FIBA, Borislav Stankovic ήταν ευφυής, μιλούσε πολλές διαφορετικές γλώσσες και παρά τα μεγαλόπνοα σχέδια του ήταν ιδιαιτέρως συγκεντρωτικός. Είχε θέσει ως μεγάλο στόχο τη συμμετοχή των επαγγελματιών του NBA με την Αστερόεσσα όμως ο ίδιος ηττήθηκε στην σχετική ψηφοφορία της Μαδρίτης το 1986. Οι επιτυχίες των ΕΣΣΔ και Γιουγκοσλαβίας λειτούργησαν υπέρ της θέσης του. Άνοιξε δίαυλο επικοινωνίας με τον David Stern αφού το 1988 έγινε μέλος της ΔΟΕ. Η διάλυση των μεγάλων γιγάντων της Ευρώπης παραλίγο να ακυρώσει τα σχέδια του αλλά τελικά στους Ολυμπιακούς του 1992 η Dream Team εμφανιζόταν στην σκηνή. Ο Stankovic βρισκόταν πίσω από όλες τις μεγάλες αποφάσεις στον χώρο του μπάσκετ, με εξαίρεση φυσικά το NBA, αγνοώντας τις περισσότερες φορές τις όποιες φωνές διαφωνίας. Το μεγάλο λάθος του ήταν πως ουδέποτε άκουσε τις ευρωπαϊκές λίγκες και τα αιτήματά τους. Μην εκτιμώντας σωστά τη δυναμική των μεγάλων ευρωπαϊκών ομάδων έκλεισε την πόρτα των διαπραγματεύσεων χωρίς καμία διπλωματική προσπάθεια.



Με αυτά τα δεδομένα οι σύλλογοι της Ισπανίας, Ιταλίας και Γαλλίας δημιούργησαν την ULEB το 1991 θέλοντας να θέσουν τις βάσεις για νέες διαπραγματεύσεις. Η ένωση των δυνάμεων τους ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο όταν το 1996 προστέθηκε επίσης η πλέον δυνατή ελληνική λίγκα (η δεκαετία του '90 ήταν η χρυσή δεκαετία του ελληνικού πρωταθλήματος). Για πρώτη φορά επικοινωνήθηκε η διάθεση απόσχισης τους από την FIBA και παρά τις μερικές διαβεβαιώσεις που πήραν εν τέλει δεν είδαν κάποια ουσιαστική αλλαγή σχετικά με τα αιτήματά τους. Το 2000 στην Καταλονία συγκεντρώθηκαν να συζητήσουν την επόμενη δράση τους και τελικά γεννήθηκε η μεγάλη αλλαγή. Η ULEB ανακοίνωσε την ανεξάρτητη διοργάνωση της Euroleague και λίγο αργότερα η FIBA απάντησε με τη δημιουργία της Suproleague. Για το 2001 η Ευρώπη θα έβγαζε δύο πρωταθλητές Ευρώπης και το ευρωπαϊκό μπάσκετ σε συλλογικό επίπεδο έφτανε πιο κοντά από ποτέ στο σημείο μηδέν προκαλώντας σύγχυση στο κοινό.

Φυσικά το μεγάλο ερώτημα ήταν ποιά διοργάνωση θα μπορούσε να επικρατήσει με τους σκεπτικιστές να ερμηνεύουν σωστά, πως το σημαντικότερο στοιχείο ήταν η διάρκεια επίλυσης. Αν ο διαχωρισμός κρατούσε για σειρά ετών θα έσβηνε οποιαδήποτε ελπίδα εξάπλωσης του προϊόντος αφού το πιο σημαντικό στοιχείο είναι η αναγνωρισιμότητα του brand και με δύο διοργανώσεις αυτό δεν θα ήταν εφικτό. Όσον αφορά τις μεγάλες ομάδες υπήρξε και εκεί διχογνωμία με την Euroleague να έχει τις Ρεάλ, Μπαρτσελόνα, Ταού Κεράμικα από Ισπανία, Κίντερ Μπολόνια, Μπενετόν Τρεβίζο από Ιταλία, Ολυμπιακό, ΑΕΚ, ΠΑΟΚ από Ελλάδα (συμμετείχε και το Περιστέρι), Ζαλγκίρις από Λιθουανία. Από την άλλη πλευρά η Suproleague είχε να δείξει πρωτίστως τον Παναθηναϊκό από Ελλάδα (συμμετείχε και ο Ηρακλής), Μακάμπι Τελ Αβίβ από Ισραήλ, ΤΣΣΚΑ από Ρωσία, Εφές και Ουλκέρ από Τουρκία, Σιένα από Ιταλία, Παρτιζάν από Σερβία, ενώ αίσθηση προκάλεσε ότι τελικά οι Γαλλικές Βιλερμπάν και Ορτέζ επέλεξαν την FIBA.

Όσον αφορά τον οικονομικό σχεδιασμό των δύο διοργανώσεων η αλήθεια είναι πως δεν φαινόταν ξεκάθαρος νικητής. Η Euroleague είχε τη συνεργασία με την Telefonica που διασφάλιζε την οικονομική ανεξαρτησία της διοργάνωσης αλλά όχι αυτή των ομάδων καθώς δεν περικλείονταν εγγυήσεις. Υπεύθυνος για την συνεργασία άρα και τη βάση για την δημιουργία της διοργάνωσης ήταν ο αντιπρόεδρος της ισπανικής λίγκας Jordi Bertomeu και φυσικά τέθηκε επικεφαλής της Euroleague. Από την άλλη πλευρά η Suproleague στηρίχθηκε στα χρήματα της συνεργασίας με την ISL. Η ISL φαινόταν μια αξιόπιστη επιλογή καθώς η συνεργασία της με την FIFA φανέρωνε μια εταιρία που μπορούσε να διαχειριστεί την ιδιαίτερη φύση μια αθλητικής διοργάνωσης. Η απροσδόκητη χρεοκοπία που εξήγγειλε την ίδια χρονιά (με χρέος άνω των 150 εκατομμυρίων) έθεσε πρόωρο τέλος στις βλέψεις της FIBA καθώς οι ομάδες της Suproleague βρέθηκαν ιδιαιτέρως ζημιωμένες. Μάλιστα οι αποκαλύψεις τα επόμενα χρόνια για το ρόλο της ISL και τις ύποπτες συναλλαγές με τα κλιμάκια της FIFA (υπολογίζεται άνω των 100 εκατομμυρίων) δημιούργησε το μεγαλύτερο οικονομικό σκάνδαλο στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου όπου ακόμα και ο Sepp Blatter τιμωρήθηκε με αποκλεισμό.



Αυτή η συνθήκη ανέδειξε ξεκάθαρα νικήτρια την Euroleague και μέχρι το 2015 πρακτικά δεν είχε κανένα αντίπαλο. Η FIBA αποφάσισε να δημιουργήσει το Basketball Champions League δείχνοντας μια σχετική διάθεση αλλαγής με την πρότασή της για συνιδιοκτησία 50-50 με τις μεγάλες λίγκες της Ευρώπης. Ωστόσο ιδιαιτέρως στην αρχή κατάφερε με λάθος χειρισμούς να θέσει απέναντί της την πλειονότητα των φιλάθλων αφού έδειξε κατάχρηση εξουσίας με απειλές και αποκλεισμούς από εθνικά πρωταθλήματα, εθνικές ομάδες και φυσικά τα παράθυρα των εθνικών χωρίς να σέβεται τις ημερομηνίες των υποχρεώσεων των συλλόγων. Παρέμεινε πιστή στη θέση της για μη δημιουργία market pool παραμένοντας σε θέση διαπραγμάτευσης με τις λίγκες και όχι τις ομάδες. Σταδιακά κατάφερε να ενισχύσει τα χρηματικά έπαθλα δίνοντας όμως επικοινωνιακά έμφαση στις πρώτες θέσεις. Φυσικά η απάντηση της Euroleague με την κομβική συμμαχία της IMG έδειξε πως η απόσταση μεταξύ των δύο διοργανώσεων ακόμα και σε οικονομικό επίπεδο ήταν χαώδης. Δεν ίσχυε όμως το ίδιο για το EuroCup και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα μέχρι σήμερα.

Αναμφισβήτητα η Euroleague είναι μια διοργάνωση με πολλαπλάσια οικονομική δυναμική αλλά με πολύ λιγότερη διαφάνεια ως προς την διαχείριση των εσόδων. Για να κατανοήσουμε την οικονομική διαφορά των διοργανώσεων αρκεί να πούμε πως η νικήτρια ομάδα της Euroleague λαμβάνει συνολικά ένα ποσό μεγαλύτερο των 4 εκατομμυρίων εν αντιθέσει με το Champions League που το συνολικό διαθέσιμο ποσό για όλες τις ομάδες είναι περίπου 5,5 εκατομμύρια. Στην Euroleague αυτό το ποσό υπολογίζεται στα 30+ εκατομμύρια, ενώ για το EuroCup περίπου στα 4. Σε αυτά του EuroCup όμως πρέπει να προστεθούν το 1+ εκατομμύριο του market pool για να έχουμε τη συνολική εικόνα.

Προφανώς η σύγκριση είναι ρεαλιστική μεταξύ Champions League και EuroCup, για αυτόν ακριβώς τον λόγο η FIBA επέλεξε να ενισχύσει οικονομικά τις πρώτες θέσεις. Όπως γίνεται αντιληπτό το συνολικά διαθέσιμο ποσό και στις δύο διοργανώσεις πρακτικά είναι σχεδόν το ίδιο. Όμως η FIBA αποφάσισε να διαμοιράσει τα έπαθλα εντελώς άνισα. Έτσι για την πρώτη θέση το έπαθλο είναι 1 εκατομμύριο (στο EuroCup 500 χιλιάδες περίπου), ενώ για τις πρώτες τέσσερις θέσεις αντιστοιχεί συνολικά στο ποσό των 1,74 εκατομμυρίων, κάτι που δεν ισχύει για το EuroCup (1 εκατομμύριο). Συνεπώς όσοι τερματίζουν στις πρώτες θέσεις της διοργάνωσης για το Champions League θα έχουν εμφανώς καλύτερες οικονομικές απολαβές συγκριτικά με αυτούς του EuroCup και αντίστροφα για τους υπόλοιπους.

Για πρώτη φορά η FIBA έδειξε ένα ευφυές επικοινωνιακό πλάνο. Εκμεταλλεύτηκε τις διαμαρτυρίες των ομάδων του EuroCup απέναντι στους ισχυρά οικονομικούς αντιπάλους που στοχεύουν στην κορυφή και άρα τη συμμετοχή τους στην Euroleague. Παραδοσιακά οι ομάδες από Ισπανία (τηλεοπτικά δικαιώματα της ACB, εισιτήρια) και από Ρωσία (χορηγοί και επενδυτές) παρουσιάζουν δυσανάλογο budget έχοντας σχεδόν αποκλειστικότητα στον τελικό. Αν σε αυτές υπολογίσουμε και την Βίρτους με το budget της να κινείται σε δυσθεώρητα ύψη (ίσως του χρόνου να ξεπεράσει τα 15 εκατομμύρια) καταλαβαίνει κανείς πως λειτουργεί αποτρεπτικά για τους υπόλοιπους.

Αυτές τις ομάδες η FIBA προσέγγισε και καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να τις εντάξει στο δυναμικό του Champions League. Ομάδες που το budget τους είναι μετρημένο αλλά που αποτελούν παραδοσιακές δυνάμεις στις χώρες τους. Λιθουανία, Σερβία, Ελλάδα, Κροατία είναι μερικές από τις χώρες της Ευρώπης που ο κόσμος αγκαλιάζει το μπάσκετ και γεμίζει τα γήπεδα. Το μεγάλο στοίχημα για την FIBA είναι αυτοί οι σύλλογοι που μπορούν να γεμίσουν τα κλειστά ώστε να ανταγωνιστούν επί ίσοι όροις. Το κέρδος είναι φυσικά το sponsorship και σε δεύτερο βαθμό τα τηλεοπτικά όταν η διοργάνωση μπορεί να υποστηρίξει πολλούς αμφίρροπους αγώνες με κοινό που ακολουθεί. Το δέλεαρ για τις ομάδες είναι ο ανταγωνισμός αφού από τους κόλπους της απουσιάζουν τα τεράστια budget που στοχεύουν στην είσοδο της Euroleague. Με ισάξιας δυναμικής αντιπάλους η κορυφή είναι πιο εφικτή και πλέον πιο προσοδοφόρα. Φυσικά από την άλλη πλευρά είναι γνωστό πως που το χρήμα ρέει άφθονο περισσότερα μεγάλα ονόματα εμφανίζονται με εμφανές επικοινωνιακό αντίκτυπο.

Πιστεύω πως είναι κατανοητό το οικονομικό πισωγύρισμα για μια ομάδα που θέλει να μετακινηθεί από την Euroleague στο Champions League. Τα μεγέθη είναι δυσανάλογα καθώς το ίδιο ισχύει και στον βαθμό δυσκολίας του ανταγωνισμού. Μάλιστα όσον αφορά την κατάκτηση, το EuroCup παραμένει ακόμα πολλαπλά δυσκολότερο συγκριτικά με το Champions League. Όμως υπάρχει ακόμα ένα μεγάλο ερώτημα. Πόσο βιώσιμη είναι τελικά η Euroleague; Πόσο μπορεί να αντέξει μια ομάδα που δεν βασίζεται στο υψηλό οικονομικό απόθεμα του ιδιοκτήτη της;

Μπορεί τα έσοδα από την Euroleague να είναι πολύ μεγαλύτερα σε σύγκριση με το BCL όμως το κόστος που απαιτείται για πρωταθλητισμό είναι περισσότερο δυσανάλογο. Έτσι μια ομάδα θα χρειαστεί budget της τάξεως των 10 εκατομμυρίων κατ' ελάχιστον για να μπορέσει να σταθεί στα μεσαία στρώματα της διοργάνωσης και να διεκδικήσει τα playoffs με τα ανάλογα εγγυημένα έσοδα να μην ξεπερνούν τα τρία εκατομμύρια. Σε απόλυτα νούμερα η διαφορά είναι πολύ μεγάλη και αυτό το ποσό είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθεί με την παρούσα κατάσταση του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Επί του συνόλου των συμμετοχών λοιπών μπορούμε να πούμε πως όντως το μοντέλο δεν είναι βιώσιμο αφού η "εξωτερική" οικονομική πηγή είναι απαραίτητη. Είδαμε και στο παρελθόν ομάδες που προσπάθησαν να ανταπεξέλθουν για μερικές σεζόν και τελικά υπέκυψαν με έντονες συνέπειες.

Κατανοεί κανείς πως το πραγματικό ερώτημα για μια ομάδα που βασίζεται μόνο στο δικό της αποθεματικό (και όχι της ιδιοκτησίας) είναι το συνολικό ποσό εσόδων που μπορεί να εξασφαλίσει. Τηλεοπτικά, sponsorship και εισιτήρια είναι πηγές εσόδων που μπορείς να βασιστείς. Όσο πιο ανταγωνιστικό το πρωτάθλημα που συμμετέχεις τόσο μεγαλύτερο και το ποσό που μπορείς να συγκεντρώσεις. Πόσες ομάδες όμως θα μπορούσαν να βρουν συνολικά έσοδα κοντά στα 10 εκατομμύρια; Η ισπανική λίγκα είναι ίσως η μοναδική εξαίρεση αφού τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει να σπάσει το φράγμα των 30 εκατομμυρίων στα έσοδα ανά έτος.



Φυσικά, ενώ το ποσό φαινομενικά προδικάζει ισότιμο ανταγωνισμό με την Euroleague, στην πράξη τα έσοδα για τις ομάδες της Ισπανίας είναι εμφανώς περιορισμένα λόγω του διευρυμένου διαμοιρασμού. Υπάρχει το Κύπελλο, η δεύτερη κατηγορία που ανεβάζει το σύνολο των ομάδων αλλά και το αναπτυξιακό εγχώριο πρόγραμμα που τρέχει με απόλυτη επιτυχία η ομοσπονδία και μέρος των εσόδων διοχετεύεται εκεί. Ακόμα κι έτσι όμως οι ισπανικές ομάδες έχουν πρόσβαση σε οικονομικά μεγέθη που οι υπόλοιπες ομάδες αδυνατούν, καθιστώντας την ισπανική λίγκα ως την πιο ανταγωνιστική με συντριπτική διαφορά από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές. Τα ίδια τα αποτελέσματα συνηγορούν σε αυτό καθώς τα τελευταία 15 χρόνια έχουν αναδειχθεί πρωταθλήτριες έξι διαφορετικές ομάδες και το μέγιστο σερί κατακτήσεων σε αυτό το διάστημα είναι μόλις τα δύο έτη.

Παρόλο που η διασύνδεση του εγχώριου πρωταθλήματος με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις στην Ισπανία αποκτά ιδιαίτερη αξία, καμία άλλη χώρα δεν μπορεί να ισχυριστεί το ίδιο. Άλλωστε στην Ισπανία κατά μ.ο. τα εισιτήρια στην κανονική διάρκεια ξεπερνούν τα 6.000 ανά αγώνα και η διαφορά είναι χαώδης με τις υπόλοιπες λίγκες. Τα εισιτήρια είναι αποτέλεσμα όχι μόνο του ανταγωνισμού αλλά και της σύνδεσης του κοινού με την ομάδα. Για παράδειγμα κοιτώντας τα εισιτήρια της Euroleague για την περασμένη χρονιά, μόλις δύο ομάδες κατάφεραν να κόψουν σε μ.ο. πάνω από το 90% της χωρητικότητας του γηπέδου τους (Ζαλγκίρις και Μακάμπι), ενώ ο μέσος όρος επί του συνόλου των αγώνων τα εισιτήρια μόλις που ξεπέρασαν τις 8.500.

Αν έχετε αντιληφθεί τα τελευταία χρόνια όλο και πιο έντονη την επιθυμία συζήτησης (κυρίως από την Euroleague και κάποιους ισχυρούς συλλόγους) περί αποδέσμευσης των εγχώριων πρωταθλημάτων και την δημιουργία κλειστής λίγκας τώρα είναι ίσως λίγο περισσότερο κατανοητό αυτό το αίτημα. Το μπάσκετ στην Ευρώπη αποκτά πολλές διαφορετικές ταχύτητες και δυναμικές. Όποιος σύλλογος δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της Euroleague και απομακρύνεται αυτομάτως χάνει μεγάλο μέρος της δυναμικής του. Με την υπάρχουσα κατάσταση χωρίς τα ιδιωτικά κεφάλαια είναι σχεδόν αδύνατον να επανέλθει στο υψηλότερο επίπεδο ανταγωνισμού. Το μεγαλύτερο πρόβλημα παραμένει για τις κατώτερες οικονομικά ομάδες της Euroleague. Έως τώρα δεν φαίνεται να μπορούν να διατηρήσουν την οικονομική δυναμική τους εντός της διοργάνωσης και με την πάροδο 2-3 ετών το χρέος ανεβαίνει επικίνδυνα. Αν βρεθεί λύση από την διοργάνωση τότε η κλειστή λίγκα και μάλιστα χωρίς Final Four (πάγιο αίτημα των ισχυρών όπως η ΤΣΣΚΑ) θα είναι γεγονός. Μέχρι τότε η FIBA θα προσδοκά να αλλάξει την κατάσταση, στοχεύοντας αποκλειστικά τους οικονομικά ασθενέστερους.

Όσον αφορά τους συλλόγους, όλοι όσοι στερούνται τα ιδιωτικά κεφάλαια του επενδυτή - ιδιοκτήτη καλούνται να δώσουν μια πολύ μεγάλη μάχη για την βιωσιμότητα. Ενδιαφέροντα επιχειρησιακά μοντέλα έχουν υπάρξει όπως αυτά των Ζαλγκίρις και Brose Bamberg όμως στην πλειονότητα ο κύκλος της τριετίας είναι αμείλικτος. Το σημαντικότερο όλων πως καμία ομάδα δεν κατάφερε να εκκινήσει από θέση ισχύος με απουσία της αναγκαίας οικονομικής "ένεσης" από εξωτερική πηγή. Για να έχουμε καλύτερη εικόνα αρκεί να αναλογιστούμε τα ευρήματα της L'equipe που παρουσιάζει τα λειτουργικά κόστη των συλλόγων που συμμετείχαν στην Euroleague την περσινή χρονιά. Για τον Ολυμπιακό το ποσό υπολογίστηκε στα 16 εκατομμύρια και για τον Παναθηναϊκό στα 14. Συνολικά 10 ομάδες βρέθηκαν σε υψηλότερη θέση από τους ερυθρόλευκους, ενώ τρεις (Μπαρτσελόνα, ΤΣΣΚΑ και Ρεάλ) ξεπέρασαν τα 40.



Μπορεί για το μέσο φίλαθλο η οπτική γωνία να είναι αποκλειστικά ο ρομαντισμός όμως για τη διοίκηση της κάθε ομάδας, ο εξορθολογισμός οφείλει να είναι η βάση. Ο φυσικός αρχηγός της ΚΑΕ Παναθηναϊκός, Φραγκίσκος Αλβέρτης μίλησε επανειλημμένως περί υγιούς μοντέλου διαχείρισης όμως μένει να διευκρινιστεί στην πράξη τί ακριβώς σημαίνει αυτό. Θετικός ή ουδέτερος ισολογισμός με συρρικνωμένα έσοδα νομοτελειακά οδηγεί σε αντίστοιχη συρρίκνωση της πραγματικής θέσης, με άμεσο και φυσικό αντίκτυπο στην αγωνιστική εικόνα της ομάδας. Από την άλλη πλευρά η επιλογή του "ελεγχόμενου χρέους" που εκφράστηκε κυρίαρχα από την Παρτιζάν και θεωρήθηκε στους κόλπους του ευρωπαϊκού μπάσκετ ως καινοτόμο μοντέλο διοίκησης, επέφερε βαρύτατες επιπτώσεις στο σύλλογο διακυβεύοντας ως ένα σημείο ακόμα και τη λειτουργικότητά του. Η τοποθέτηση της Euroleague δια στόματος Jordi Bertomeu υπήρξε απόλυτη καθώς διεμήνυσε πως αν ο Παναθηναϊκός αποχωρήσει, τη θέση του θα πάρει κάποια άλλη ομάδα όπως έγινε παλαιότερα με τις Μπενετόν και Σιένα. Πέραν του επικοινωνιακού περιεχομένου της δήλωσης, το βαθύτερο νόημα αλλάζει άρδην καθώς η αποχώρηση ενός εκ των εγγυημένων συμβολαίων υπογραμμίζει την "αχίλλειο πτέρνα" της Euroleague Basketball.

Η διοργάνωση δεν είναι σε θέση ακόμα να αυτο-τροφοδοτήσει επαρκώς τους συλλόγους εντός του κόλπου της και να διασφαλίσει την ανταγωνιστική ισότητα. Τα ιδιωτικά κεφάλαια παραμένουν αναγκαίος άξονας ως προς το επιχειρησιακό σκέλος και η αδυναμία διατήρησης των elite clubs της Ευρώπης διαταράσσει τη συνέχεια του πλάνου προς τον απώτερο στόχο. Η δημιουργία κλειστής λίγκας βασίζεται στην "αυτοδιάθεση" του οργανισμού και η διάθεση απόσχισης των μελών αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα συνοχής του προϊόντος. Η ιδιαιτερότητα της αδυναμίας επιβολής σταθερών οικονομικών συνθηκών (διαφορετική φορολογία, market pool, νομικός έλεγχος ιδίων κεφαλαίων) δημιουργεί αντιδράσεις και ανισότητες όπως έχει εκφραστεί στο παρελθόν και από την Μακάμπι. Η αλήθεια είναι όμως πως οι αντιδράσεις εξαγγέλλονται κατά το δοκούν καθώς μέχρι σήμερα, παρά τα εν γένει ελαττώματα η Euroleague παραμένει στην πρωτοκαθεδρία χωρίς ιδιαίτερο ανταγωνισμό. Η περσινή κίνηση του Ολυμπιακού έστρεψε το ενδιαφέρον της Ευρώπης προς τον Πειραιά καθώς αποτέλεσε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να φανεί το πιθανό πρόσφορο έδαφος αποδέσμευσης από την εγχώρια λίγκα.

Φέτος η "αναγκαστική" συμμετοχή του Παναθηναϊκού παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τον τρόπο που μπορεί να διαχειριστεί η Euroleague την διάθεση απόσχισης. Αν στο μέλλον προστεθούν και άλλες φωνές, για την Euroleague θα είναι η πραγματική πρόκληση πριν το οριστικό μεγάλο βήμα. Πέραν του αγωνιστικού σκέλους, οι οικονομικές παρεμβάσεις και ο τρόπος διαχείρισης της εσωτερικής αλλά και εξωτερικής κρίσης ίσως αποδειχθούν οι πλέον κομβικές για τον θεσμό. Το ενδιαφέρον για την χρονιά που μας έρχεται είναι πλέον πολυεπίπεδο καθώς το αποτέλεσμα των ζυμώσεων μπορεί να αλλάξει τις σημερινές ισορροπίες. Όπως έχει φανεί τα τελευταία χρόνια, η Euroleague καταφέρνει να ενισχύει το προϊόν και να πετυχαίνει σημαντικές στρατηγικές νίκες. Αυτός ο προσανατολισμός τη διατηρεί ακόμα με ευκολία σε θέση ισχύος και όποιος αποφασίσει να την εγκαταλείψει χάνει πολύ μεγάλος μέρος της δυναμικής του. Με αυτά τα δεδομένα, αν το προβλεπόμενο έλλειμμα για έναν σύλλογο είναι μη διαχειρίσιμο η απομάκρυνση είναι μονόδρομος για τη βιωσιμότητα με το ανάλογο κόστος. Οφείλει όμως να εξαντλήσει κάθε πιθανότητα παραμονής του προκειμένου να παραμείνει το κοντινότερο δυνατόν στις μεγάλες δυνάμεις του Ευρωπαϊκού μπάσκετ.