We feel devotion
DataCenter
ELFantasist
Οι κανόνες της αλάνας
Ο Φαντασιόπληκτος αναπολεί την αλάνα των παιδικών μας χρόνων, εκεί που ο χρόνος πάγωνε και οι κανόνες του παιχνιδιού ήταν αυτοσχέδιοι και απαράβατοι.
Επιμέλεια: Ο Φαντασιόπληκτος | ELFantasist@basketstories.net
Δημοσιεύτηκε: 27/01/2022 11:43
Ο Φαντασιόπληκτος είναι ένας φαντασιακός παίκτης που φτιάχνει μπασκετικές ιστορίες με ήρωες τους εκάστοτε παίκτες του στο Euroleague Fantasy. Οι προβλέψεις του είναι ουσιαστικά προφητείες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα αυτοεκπληρωθούν. Στις περιπέτειές του, οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις δεν είναι τυχαία, είναι ηθελημένη.

Τσακωμοί, σπρωξίδια, σκισμένα γόνατα, φλερτ με την ηλίαση και την αφυδάτωση. Φωνές, ίδρωτας, ατελείωτη κλωτσοπατινάδα. Σκασμένες μπάλες, αερόμπαλες, καραβολίδες και ξερόμυτα. Σπασμένα φανάρια αμαξιών, τζάμια που γίνονταν θρύψαλα, πιτσιρικάδες που εξαφανίζονταν με ταχύτητα φωτός. Οι φιλίες δοκιμάζονταν για ένα φάουλ ή ένα αμφισβητούμενο πέναλτι. Η μπάλα της αλάνας ήταν το παν και έπρεπε να στηθεί μια ολόκληρη επιχείρηση μέχρι να πειστεί ο ιδιοκτήτης της να κατέβει κάτω για παιχνίδι. Το θέατρο το παιδικών μας χρόνων - η πιλοτή, ο ακάλυπτος, το χωμάτινο οικόπεδο, ο δρόμος - ήταν το κέντρο του κόσμου, μια πρώτη απόπειρα αυτοοργάνωσης, μακριά από τους νόμους που ήθελαν να μας επιβάλλουν οι δάσκαλοι, οι γονείς και οι παντός είδους «μεγάλοι». Η αλάνα είχε τους δικούς της κανόνες. Δηλαδή τους δικούς μας. Εμείς οι «μικροί» ήμασταν συνάμα νομοθέτες, πολισμάνοι, δικαστές και διαιτητές. Και για κάποιον μυστηριώδη λόγο, όταν στο τέλος της μέρας ο ήλιος έδυε κι έφτανε η ώρα να γυρίσουμε σπίτι, ήμασταν όλοι χαρούμενοι με το παιχνίδι της αλάνας και τους σκληρούς κανόνες της. Και την επόμενη μέρα κατεβαίναμε όλοι κάτω και πάλι από την αρχή! Πάμε όμως να δούμε μερικούς από τους απαράβατους κανόνες της αλάνας και μαζί τους παίκτες μας στο fantasy με τους οποίους σχετίζονται.

Οι δύο καλύτεροι παίκτες φτιάχνουν τις ομάδες (Mirotic, Tavares)

Για να έχει ενδιαφέρον το παιχνίδι, οι δύο καλύτεροι παίκτες δεν μπορούσαν να παίζουν στην ίδια ομάδα, οπότε γίνονταν αυτόματα αρχηγοί των δύο ομάδων. Πριν λοιπόν τη πολυπόθητη αρχή της αναμέτρησης, οι δύο αρχηγοί στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλον σε εύλογη απόσταση και ξεκινούσαν μία ευφάνταστη μονομαχία που ονομαζόταν «βηματάκια». Φώναζαν δηλαδή εναλλάξ ονόματα ποδοσφαιρικών ομάδων ή παικτών και με κάθε συλλαβή του ονόματος που είχαν διαλέξει έκαναν και ένα βήμα μπροστά, με κατεύθυνση προς τον αντίπαλο. Όποιος πατούσε πρώτος το παπούτσι του αντιπάλου κέρδιζε το μπόνους να διαλέξει πρώτος παίκτη. Σε εκείνο λοιπόν το σημείο ξεκινούσε, όπως θα δούμε, η παρεξηγήσιμη διαδικασία ορισμού των ομάδων.

Ο παίκτης-πολυεργαλείο που όλοι θέλουν στην ομάδα τους (Lorenzo Brown)

Αν και δεν άνηκε στους πλέον ταλαντούχους μπαλαδόρους, ο παίκτης αυτός ήταν ο πιο χρήσιμος για μία ομάδα και το όνομά του ακουγόταν πάντα πρώτο από τον αρχηγό που κέρδιζε στα «βηματάκια». Η όλη τελετουργία λοιπόν γινόταν για το ποιος θα αποκτήσει αυτόν τον παίκτη, ο οποίος έδινε μεγάλο προβάδισμα νίκης στην ομάδα του και ασφάλεια στους συμπαίκτες του. Συνήθως ήταν ο ξυλοκόπος της παρέας που τον φοβούνταν όλοι, ο αμυντικός εκείνος από τον οποίο θα περνούσε ή ο παίκτης ή η μπάλα και οι δύο ποτέ. Άλλες φορές ήταν το τρεχαντήρι, ο γρήγορος δηλαδή παίκτης με τις άπειρες αντοχές ο οποίος βρισκόταν παντού, σε άμυνα και επίθεση. Τέλος, ανάρπαστος στην παρέα ήταν και ο εθελοντής τερματοφύλακας, μια σπάνια περίπτωση παίκτη που δεχόταν να κάτσει τέρμα σε όλο τον αγώνα χωρίς να γκρινιάζει. Δυστυχώς δεν υπήρχε πάντα διαθέσιμος τέτοιος παίκτης στη γειτονιά, οπότε αναγκαστικά μπαίναμε όλοι τέρμα με rotation μέχρι να φάμε γκολ. Επειδή όμως κάποιοι τα έτρωγαν επίτηδες για να παίξουν μέσα, αναπροσαρμόζαμε τον κανόνα σε «φάμε-βάλουμε δύο γκολ» ή αλλάζαμε βάρδιες με χρονόμετρο (με τη βοήθεια του θρυλικού ρολογιού Casio).

Αν σε επιλέξουν τελευταίο είναι η πιο μεγάλη ταπείνωση (Spissu, Λαρεντζάκης)

Αφού οι αρχηγοί είχαν ήδη επιλέξει τους «καλούς», η αγωνία στο στρατόπεδο των υπόλοιπων παικτών χτυπούσε κόκκινο. Καθόσουν εκεί και περίμενες με αγωνία τη σειρά σου. Ζούσες με μόνο μία ελπίδα. Να μην ήσουν εσύ ο τελευταίος που θα άκουγε το όνομά του σε αυτή τη ψυχοφθόρα διαδικασία. Και όταν ερχόταν η ώρα να ακουστεί το τελευταίο όνομα, αυτό γινόταν συνώνυμο της απόρριψης, της μετριότητας και της περιφρόνησης. Η ψυχολογία καταρρακωνόταν, τα παιδικά όνειρα γκρεμίζονταν σαν χάρτινος πύργος και τα πόδια στο παιχνίδι βάραιναν από την ανασφάλεια. Άλλοι όμως το έβλεπαν σαν ευκαιρία: πείσμωναν, τα έδιναν όλα στο γήπεδο και προσπαθούσαν να αποδείξουν ότι ήταν άδικη η επιλογή τους στη τελευταία θέση των draft. Και πολλές φορές τα κατάφερναν!

Ο ιδιοκτήτης της μπάλας απολάμβανε όλα τα προνόμια (Messina)

Ο ιδιοκτήτης της μπάλας ήταν ένας μικρός πρωθυπουργός. Όριζε τους κανόνες του παιχνιδιού, την ώρα έναρξης και το σφύριγμα λήξης και κανείς δεν μπορούσε να του αντιμιλήσει. Στο παιχνίδι δεν τολμούσε κανένας να του κάνει τάκλιν ή να τον κλωτσήσει στο καλάμι, επειδή αυτό θα σήμαινε και το πρόωρο τέλος της αναμέτρησης. Αν μάλιστα περνούσε από τον δρόμο ο πατέρας του, τότε τον καλοπιάναμε όλοι να αφήσει τον φίλο μας να κάτσει λίγο περισσότερο. Αν όμως ερχόταν η μητέρα του για να μαζέψει τον κανακάρη της για φαγητό, τότε αναγκαστικά έπρεπε να το διαλύσουμε ή να διαπραγματευτούμε σκληρά για να μας αφήσει την μπάλα. Αν χάναμε τη διαπραγμάτευση για την μπάλα, τότε όλο και κάποιος θα φώναζε «τη φάση, τη φάση», εννοώντας πως το παιχνίδι λήγει μόνο όταν ολοκληρωθεί η φάση. Εκεί όμως υπήρχε η μεγαλύτερη «δημιουργική ασάφεια» των παιδικών μας χρόνων: πότε άραγε τελείωνε η φάση; Αν η μπάλα έβγαινε άουτ, πλάγιο, αν έμπαινε γκολ ή αν γινόταν φάουλ; Η φάση στη πράξη ήταν ατελείωτη, γιατί κανένας δεν ήθελε να τελειώσει το παιχνίδι.

Αν το τέρμα ήταν «ρουφήχτρας», έκανε στην άκρη για να μπει στη θέση του ο αρχηγός (Lucic, Jokubaitis)

Αν ο τερματοφύλακας το έπαιζε «ρουφήχτρας» και έτρωγε το ένα γκολ μετά το άλλο, ο αρχηγός γινόταν θυσία για το καλό της ομάδας και καθόταν ο ίδιος κάτω από τα «γκόλποστ». Έστελνε με τον τρόπο αυτό το μήνυμα στους συμπαίκτες του ότι θα πρέπει να σοβαρευτούν για να γυρίσουν το παιχνίδι και στους αντιπάλους ότι το παιχνίδι δεν έχει τελειώσει, υπήρχε ακόμα αντίσταση. Τις περισσότερες φορές μάλιστα, ο αρχηγός για να μην χαραμίζεται έπαιζε «παγκότερμα»: παράλληλα δηλαδή με τα χρέη τερματοφύλακα κουβάλαγε και την μπάλα στο κέντρο ή ανέβαινε ο ίδιος στην επίθεση για να βοηθήσει τους συμπαίκτες του να σκοράρουν. Βέβαια, όταν επέστρεφε πίσω και τύχαινε να μπλοκάρει την μπάλα με τα χέρια εκτός εστίας, άρχιζαν νέοι καβγάδες για το αν βρισκόταν εντός ή εκτός μεγάλης περιοχής, με τις γραμμές να είναι φυσικά νοητές, αν δεν είχαμε προνοήσει να τις οριοθετήσουμε με άσπρη κιμωλία - πράγμα εξαιρετικά σπάνιο.

Πάντοτε υπήρχε ένα περίπτερο με φανέλα μεγάλης ομάδας (Mitrovic)

Παντού και πάντα υπήρχε ένας τέτοιος τύπος. Ήταν αυτός που φορούσε φανέλα Ζιντάν, δεν έδινε πάσα ούτε από το δεξί στο αριστερό του και δεν έπαιζε άμυνα για κανέναν λόγο. Κανονικά ήταν τόσο άμπαλος που θα έπρεπε να παίζει μόνο τέρμα, αλλά επειδή είχε αυξημένη αυτοπεποίθηση (μεγαλόσωμος, αλητάκος, γκομενιάρης) νόμιζε πως μπορούσε να παίζει πάντα μέσα και να κάνει ό,τι θέλει. Ζητούσε συνεχώς φάουλ, έκανε φάουλ που δεν δίνονταν, φώναζε στους συμπαίκτες, στους αντιπάλους και μανούριαζε ακόμη και με τα δοκάρια (που δεν υπήρχαν). Βρισκόταν πάντα ξεχασμένος στην επίθεση και αν από τύχη ή σπόντα η μπάλα ερχόταν στα πόδια του και έσπρωχνε κανένα γκολ, τότε οι πανηγυρισμοί ήταν έξαλλοι και επιδεικτικοί, απομίμηση πανηγυρισμών από τοπ παίκτες (βλ. Μπεμπέτο).

Ο χοντρός ή ο ψηλός ήταν πάντα τερματοφύλακες (Koumadje, Da Silva)

Τα τέρματα ήταν δύο ειδών, αυτά που φτιάχναμε πάνω στον δρόμο με πέτρες και μπουφάν και αυτά που ήταν «χτισμένα» στην πιλοτή της πολυκατοικίας και διέθεταν οριζόντια και κάθετα δοκάρια. Για τα πρώτα χρειαζόμασταν κάποιον χοντρό για τερματοφύλακα για να καταλαμβάνει όσο περισσότερο χώρο γίνεται, ενώ για τα δεύτερα κάποιον ψηλό για να «βγάζει» τα σουτ στο «γάμα». Τα πιο προβληματικά βέβαια ήταν τα πρώτα και ο ορισμός του οριζόντιου δοκαριού... Σε μία εποχή που το VAR ήταν επιστημονική φαντασία, στις αλάνες ήταν ήδη πραγματικότητα. Όταν λοιπόν ο τερματοφύλακας «έτρωγε» γκολ με σουτ που πήγαινε ψηλά, η συζήτηση για το αν η μπάλα ήταν γκολ ή άουτ απαιτούσε αναγκαστικά εικονικό replay: ο εκτελών χρέη τερματοφύλακα πηδούσε σαν κατσίκι ώστε να δείξει πως ήταν αδύνατο να φτάσει την μπάλα. Ίσχυε δηλαδή ο κανόνας ότι το οριζόντιο δοκάρι βρισκόταν νοητά στο ανώτερο σημείο που έφτανε το χέρι του ο εκάστοτε τερματοφύλακας με άλμα. Το γκολ κατοχυρωνόταν υπέρ αν κάποιος από τους αντιπάλους μπορούσε να αποδείξει ότι ακόμη κι ένας νάνος γκολκίπερ θα μπορούσε να μπλοκάρει το επίμαχο σουτ.

Στον μαγικό μικρόκοσμο της αλάνας υπήρχε πάντα κι ένας κακός. Ήταν ο περίεργος γείτονας που έβγαινε επίμονα στο μπαλκόνι και φώναζε: «Να φύγετε, είναι ώρα κοινής ησυχίας. Να γυρίσετε σπίτια σας αλλιώς θα φωνάξω την αστυνομία». Αν αγνοούσαμε τις απειλές του, τότε κατέβαινε κάτω και απειλούσε να μας πάρει την μπάλα. Δεν ήξερε όμως ότι «μπάλα» στα παιδικά μας χρόνια ήταν μια μεταφυσική έννοια, θα μπορούσε δηλαδή να είναι ακόμα κι ένα πατημένο κουτάκι αναψυκτικού...